Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Η ελληνική και η κατά Χριστόν μόρφωσις, κατά τους τρεις Ιεράρχας († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης)

 

εικόνα άρθρου: Η ελληνική και η κατά Χριστόν μόρφωσις, κατά τους τρεις Ιεράρχας († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης)

Ομιλία εκφωνηθείσα εις την εν Αγίω Όρει Αθωνιάδα Σχολήν τη 30η Ιανουαρίου 2001, εορτή των Τριών Ιεραρχών…


Εορτάζουμε σήμερα την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Των τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος.

Οι άμβωνες της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας, της Καισαρείας της Καππαδοκίας, της Ναζιανζού έγιναν αιώνιοι άμβωνες της Εκκλησίας, από τους οποίους οι τρεις Ιεράρχαι κηρύττουν την Ορθόδοξο Θεολογία και πίστι μας και μας υποδεικνύουν την γνησία Χριστιανική ζωή.

Γι’ αυτό και σε κάθε ακολουθία και Θεία Λειτουργία τους μνημονεύουμε. Ο μακαρισμός και έπαινός τους στην Εκκλησία του Θεού είναι πολύς, αδιάκοπος και αιώνιος.

Τιμώνται ιδιαίτερα ο καθένας την ημέρα της μνήμης του και όλοι μαζί σήμερα, ώστε οι Χριστιανοί να τους θεωρούν ισαξίους και ισοτίμους.

Μετά την απελευθέρωσι του Γένους από την φοβερή τουρκική σκλαβιά, η νεοελληνική πολιτεία καθιέρωσε η σημερινή εορτή τους να εορτάζεται και ως εορτή της Παιδείας.

Η καθιέρωσις της εορτής αυτής ως εορτής των Γραμμάτων και της Παιδείας ήταν επιβεβλημένη. Είναι αλήθεια ότι μετά την απελευθέρωσι οι ηγεσίες του Ελληνικού Κράτους, επηρεασμένες από τα δυτικά ρεύματα και πρότυπα και μάλιστα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας των Βαυαρών, δεν ετίμησαν και δεν αξιοποίησαν δεόντως την Παράδοσι του Γένους και κάποτε ασέβησαν απέναντι της, εκτός εξαιρέσεων.

Όμως η ανακήρυξις των Τριών Ιεραρχών ως προστατών της Ελληνορθοδόξου Παιδείας ήταν πράξις αξία της Παραδόσεως του Γένους, αφού οι Τρείς Ιεράρχαι συνδυάζουν την Χριστιανική διδασκαλία με την θύραθεν και μάλιστα την Ελληνική μόρφωσι.

Τον 4ον αιώνα που έζησαν οι τρεις Ιεράρχαι, υπήρχε διαμάχη μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Υπήρχαν δύο αντίθετα άκρα. Το ένα εκ μέρους Χριστιανών που απέρριπταν τελείως την Ελληνική σοφία, λόγω του φόβου της ειδωλολατρείας. Το άλλο εκ μέρους των φανατικών ελληνολατρών-ειδωλολατρών, που όχι μόνο απέρριπταν την Χριστιανική πίστι αλλά και θεωρούσαν τους Χριστιανούς αναξίους να σπουδάζουν τα Ελληνικά Γράμματα. Κύριος εκπρόσωπός των ήταν ο ειδωλολάτρης Ιουλιανός ο Παραβάτης, συμμαθητής του Μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου στην Αθήνα, που όταν έγινε αυτοκράτωρ εξέδωκε διάταγμα κατά των Χριστιανών διδασκάλων, να μη διδάσκουν την Ελληνική φιλοσοφία.

Οι Τρεις Ιεράρχαι δεν παρασύρθηκαν από αυτά τα άκρα, αλλά προχώρησαν σε ένα μεγαλειώδη συνδυασμό – σύζευξι Χριστιανισμού και Ελληνικής σοφίας.

Γράφει σχετικώς ο άγιος Γρηγόριος: «Νομίζω ότι όλοι οι φρόνιμοι έχουν ομολογήσει, ότι η μόρφωσις είναι το πρώτον αγαθόν που έχομεν. Όχι μόνον αυτή η ευγενεστέρα και ιδική μας που περιφρονούσα κάθε κομψότητα και κάθε φιλοδοξίαν των λόγων κρατά μόνον την σωτηρίαν και το κάλλος των νοητών, αλλά και η εξωτερική μόρφωσις την οποίαν πολλοί Χριστιανοί από κακήν εκτίμησιν απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απατηλή και απομακρύνει από τον Θεόν». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11, Ε.Π.Ε. τ.6, σελ. 145).

Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος κατενόησαν δύο βασικές αλήθειες της Ορθοδόξου Πίστεως.

Πρώτον, ότι η Εκκλησία δεν ημπορεί να αδιαφορήση για τον κόσμο και εν προκειμένω για τον προχριστιανικό Ελληνισμό. Πρέπει να τον προσλάβη στο Σώμα Της, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, για να τον θεραπεύση, γιατί όπως είχε διδάξει ο Μ. Αθανάσιος (τον οποίο ο Μ. Βασίλειος είχε προσωπικά γνωρίσει) «το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον».

Και δεύτερον, ότι αυτή η πρόσληψις έπρεπε να γίνη με διάκρισι, σύμφωνα με το αποστολικόν τα «πάντα δοκιμάζετε το καλόν κατέχετε» (Α’ Θεσ. 5, 21). Θα έπρεπε λοιπόν να γίνη δεκτόν ό,τι καλόν είχε η αρχαία σοφία και να απορριφθή ως άχρηστο και επικίνδυνο για την ψυχή ό,τι αντίθετο προς την χριστιανική πίστι και ηθική υπήρχε σ’ αυτήν. Αν και από τα αρνητικά θα μπορούσαν να διδαχθούν οι Χριστιανοί, αφού από την σύγκρισί τους με τα καθ’ ημάς θα φανερωνόταν η αλήθεια και ανωτερότης της πίστεώς μας, όπως π.χ. από τις διηγήσεις περί των ερώτων και των αντιζηλιών των θεών.

Δεν θα μπορούσαν οι Τρείς Ιεράρχαι να κάνουν αυτή την κάθαρσι και πρόσληψι της Ελληνικής σοφίας, εάν οι ίδιοι δεν την είχαν σπουδάσει ή δεν είχαν αντιμετωπίσει κατά τρόπον όχι μόνο διανοητικό αλλά και υπαρξιακό το πρόβλημα. Οι δύο κόσμοι αντιπάλαιαν και αυτή η αντιπαλότης ζητούσε να λάβουν οι ίδιοι μία υπεύθυνη στάσι.

Είναι γνωστό ότι οι Τρεις Ιεράρχαι έλαβαν ανωτέρα πανεπιστημιακή μόρφωσι. Ο Μ. Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος σε διάφορα μορφωτικά κέντρα της εποχής των και τελικά εις τας “χρυσάς Αθήνας”, όπου υπήρχαν οι ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές.

Ήσαν ακόμη κατηχούμενοι. Αλλά διεκρίνοντο για το ήθος τους. Δεν συμμετείχαν σε διασκεδάσεις και άλλες εκδηλώσεις των συμφοιτητών τους. Δύο δρόμους εγνώριζαν: τον ένα προς την χριστιανική Εκκλησία και τον άλλο προς την Σχολή.

Έδειξαν έτσι από τότε ότι, ενώ ήσαν πιστοί Χριστιανοί νέοι, εκτιμούσαν και την Ελληνική σοφία. Πόσο καλά την έμαθαν, φαίνεται και από τα συγγράμματα που κατόπιν έγραψαν. Μάλιστα τον άγιο Γρηγόριο, όταν τελείωσε τις σπουδές του, δεν τον άφησαν να αναχωρήση από την Αθήνα μαζί με τον Μ. Βασίλειο, όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά οι φοιτητικοί σύλλογοι τον κράτησαν και τον ανεβίβασαν στο καθηγητικό αξίωμα, όπου μόλις μετά δύο χρόνια ημπόρεσε να αναχωρήση.

Είναι γνωστό ακόμη ότι ο άγιος Χρυσόστομος εμαθήτευσε και στον περίφημο Λιβάνιο στην Αντιόχεια, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε ποιόν θα άφηνε διάδοχό του, απήντησε: τον Ιωάννη, εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί.

Ο άγιος Γρηγόριος ήταν άριστος φιλόλογος. Εχειρίζετο θαυμάσια προφορικά και γραπτά την αττική διάλεκτο και έγραφε ποιήματα στο γλωσσικό ιδίωμα και στα μέτρα των αρχαίων ποιητών. Συνολικά έγραψε 19.000 στίχους.

Ο Μ. Βασίλειος εσπούδασε και εγνώριζε όχι μόνο την φιλοσοφία και ρητορική αλλά και την αστρονομία και την ιατρική και φυσική. Αυτή η γνώσις του φαίνεται και στην γνωστή Εξαήμερο, δηλαδή την ερμηνεία των εξ ημερών της Δημιουργίας του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως.

Ομιλών ο άγιος Γρηγόριος για την μόρφωσι του Μεγ. Βασιλείου γράφει:

«Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την ρητορικήν που πνέει φλόγα, αν και ο τρόπος του δεν είναι ρητορικός; Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την γραμματικήν ή εξελλήνιζε την γλώσσαν; Ποίος συνεκέντρωνε τόσας γνώσεις, ήτο κάτοχος της στιχουργικής και έθετε νόμους εις την ποίησιν; Ποίος ήτο τόσον ικανός εις την φιλοσοφίαν αυτήν, που είναι υψηλή πράγματι και τείνει εις τα άνω, ειτε αναφέρεται εις πρακτικά και επιστημονικά θέματα είτε ασχολείται με λογικάς αποδείξεις και αντιθέσεις και αμφισβητήσεις και έχει ως γνωστόν το όνομα διαλεκτική; Έτσι είναι ευκολώτερον να περάσης μέσα από λαβυρίνθους παρά να διαφύγης εάν εχρειάζετο, από τα δίκτυα των λόγων εκείνου. Από την Αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και τας σχέσεις της αριθμητικής επήρε τόσην μόρφωσιν, ώστε να μη κλονίζεται από τα παράδοξα των Επιστημών αυτών. Περιεφρόνησε το περισσόν ως άχρηστον δι’ όσους επιδιώκουν την ευσέβειαν.

Ωστε ημπορεί να θαυμάση κάποιος αυτό που επροτιμήθη περισσότερον από εκείνο που επεριφρονήθη και εκείνο που επεριφρονήθη περισσότερον από αυτό που επροτιμήθη. Την ιατρικήν που είναι καρπός της φιλοσοφίας και της φιλοπονίας του, την έκαμαν απαραίτητον και η ασθένεια του σώματός του και η περιποίησις των ασθενών. Από αυτά ήρχισε και επέτυχε την κατοχήν της τέχνης, κατοχήν που δεν περιορίζεται εις την επιφάνειαν και το χαμηλότερον επίπεδον, αλλά υψώνεται εις τας αρχάς και την επιστήμην. Τι σημασίαν όμως έχουν όλα αυτά, και ας είναι τόσον αξιόλογα, διά την διάπλασιν του χαρακτήρος του;» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μ. Βασίλειον, 23, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 169-171).

Τις απόψεις του Μ. Βασιλείου για την Ελληνική σοφία βρίσκουμε στον λόγο του «Προς τους νέους, Οπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Τον λόγο αυτό έγραψε σαν απάντησι στην απαγόρευσι που επέβαλε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στους Χριστιανούς νέους, να μη σπουδάζουν τα Ελληνικά γράμματα, αλλά και για καθοδήγησι των Χριστιανών νέων πως να σπουδάζουν αυτά.

Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε, ότι οι Τρεις Ιεράρχαι ήσαν όσο ολίγοι άνθρωποι της εποχής των μορφωμένοι. Παρ’ όλα αυτά στην θύραθεν, την κοσμική, μόρφωσι έδιναν σχετική μόνο σημασία και αξία.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο, η σοφία του Θεού είναι «κυρία», ενώ η σοφία του κόσμου «θεραπαινίς» (Γ. Σωτηρίου, Οι άγιοι Τρεις Ιεράρχαι, Μυτιλήνη 1993, σελ. 48).

Κατά δε τον Μέγα Βασίλειο, η Χριστιανική παιδεία είναι «ο καρπός», ενώ η Ελληνική παιδεία είναι «τα φύλλα», που όμως και αυτά χρειάζονται γιατί προσδίδουν ωραιότητα στον καρπό (Μ. Βασιλείου, Λόγος προς τους νέους, Ε.Π.Ε. τ. 7, σελ. 323).

Εγνώριζαν οι Τρεις Ιεράρχαι ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Δημιουργού και ότι με την αμαρτία των πρωτοπλάστων και όλων των ανθρώπων το κατ «εικόνα αρρώστησε, εφθάρη, έχασε την αρχική του ωραιότητα και λαμπρότητα και έτσι δεν ημπορεί να επιτύχη τον τελικό του σκοπό, που είναι το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή να ομοιάση με τον Θεό και έτσι να γίνη Θεός κατά Χάριν.

Τώρα ο άνθρωπος δεν εχει την ευμορφίαν του κατ’ εικόνα. Είναι παραμορφωμένος από τα πάθη. Όσο και αν μορφωθή με ανθρωπίνη σοφία, η παραμόρφωσις δεν θεραπεύεται. Πρέπει να ξαναβρή την αληθινή εικόνα του Θεού που είναι ο Χριστός, ώστε παίρνοντας την μορφή του Χριστού να θεραπευθή από τις παραμορφώσεις των παθών και της αμαρτίας, να επιτύχη τον ύψιστο προορισμό του, το καθ’ όμοίωσιν, την θέωσι.

Πράγματι τα πάθη, ο εγωισμός, η αμαρτία, η απιστία, παραμορφώνουν και ασχημίζουν τον άνθρωπο.

Αυτό είχαν πάθει και οι Γαλάται, που αν και είχαν πιστεύσει με το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, εξέπεσαν και γι’ αυτό ο Απόστολος πονούσε μέχρις ότου με την μετάνοια λάβουν πάλι την μορφή του Χριστού: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. 4,19). Γράφει σχετικώς ο ιερός Χρυσόστομος: «Διεφθείρατε… την εικόνα, απωλέσατε την συγγένειαν, την μορφήν ηλλοιώσατε˙ αναγεννήσεως ετέρας υμίν δει και αναπλάσεως» (Ομιλία εις την προς Γαλατάς, κεφ. δ’, Ε.Π.Ε. τ. 20, σελ. 332).

Αυτή την μόρφωσι ποθούσαν οι Τρεις Ιεράρχαι. Να λάβουν την μόρφωσι του Χριστού. Να γίνουν Χριστοειδείς. Αυτή, κατά τους Τρείς Ιεράρχας, είναι η ανωτέρα μόρφωσις, η αληθινή φιλοσοφία, η σώζουσα μόρφωσις.

Αυτή την μόρφωσι αποκτά ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία, μας λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, είναι ιατρείον, όπου μπαίνουμε οι παραμορφωμένοι και άρρωστοι άνθρωποι για να ιαθούμε.

Στην Εκκλησία τα άγρια θηρία ημερώνονται. Οι λύκοι γίνονται αμνοί (βλ. Ομιλία εις το ρητόν «Ουδέποτε άφ’ εαυτού ποιεί ο Υιός ουδέν…», Ε.Π.Ε. τ. 27, σελ. 590).

Η Εκκλησία μας θεραπεύει από την παραμόρφωσι με την διδασκαλία Της, το κήρυγμα του Ευαγγελίου, την άσκησι, τα ιερά Της Μυστήρια, με το ποιμαντικό έργο των ποιμένων Της.

Στο άγιο Βάπτισμα εγκεντριζόμεθα στον Χριστό, στο άγιο Χρίσμα λαμβάνουμε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Στην Θ. Ευχαριστία ενωνόμαστε με τον Χριστό. Με την μετάνοια όλο και περισσότερο πάσχουμε την καλήν αλλοίωσιν και ομοιάζουμε με τον Χριστό.

Κατά τον άγιο Χρυσόστομο, είναι δυνατόν και μετά την αμαρτία μας να μορφωθή ο Χριστός εν ημίν, εφ’ όσον «μόνον αφώμεθα της μετανοίας» (Ομιλία θ’ εις την προς Εβραίους Επιστολήν, Ε.Π.Ε. τ. 24, σελ. 438).

Οι Τρεις Ιεράρχαι τονίζουν ότι πολύ μας βοηθεί η προσευχή και η μελέτη των θείων Γραφών. Με όλα αυτά τα μέσα της αγάπης του Θεού οι ταπεινές και δεκτικές ψυχές μορφώνονται, λαμβάνουν την μορφή του Χριστού. Αυτή κατά τον άγιο Γρηγόριο είναι και η λαμπρότης του γένους, «η της εικόνος τήρησις και η προς το αρχέτυπον εξομοίωσις, όσον εφικτόν της σαρκός δεσμίοις» (Εις τον άγιον Κυπριανόν, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 118).

Αυτή η εν Χριστώ μόρφωσις του Χριστιανού δεν γίνεται από την μία ώρα στην άλλη. Χρειάζεται ισόβιος αγώνας. Στον αγώνα αυτό βοηθεί και η μίμησις του Χριστού. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διά τούτο η μετά σαρκός επιδημία Χριστού, αι των ευαγγελικών πολιτευμάτων υποτυπώσεις, τα πάθη, ο σταυρός, η ανάστασις˙ ώστε τον σωζόμενον άνθρωπον διά μιμήσεως Χριστού την αρχαίαν εκείνην υιοθεσίαν απολαβείν.

Αναγκαία τοίνυν εστί προς τελείωσιν η Χριστού μίμησις» (Περί του Αγιου Πνεύματος, κεφ. ιε’, Ε.Π.Ε. τ. 10 σελ. 366).

Η μίμησις του Χριστού, που δεν γίνεται με πνεύμα ηθικιστικό αλλά με φρόνημα ταπεινό, βοηθεί τον αγωνιζόμενο Χριστιανό να αποκτά τις αρετές του Χριστού. Την αγάπη, την ταπείνωσι, την πραότητα, την συγχωρητικότητα, την αγνότητα, ώστε να μορφώνη στον εαυτό του τον Χριστό. Έτσι γίνεται αυτό που λέγει ο θείος Παύλος: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Ο Χριστιανός αλλάζει τον παραμορφωμένο νουν με νουν Χριστού, την παραμορφωμένη καρδιά του με καρδίαν και ευσπλαγχνίαν Χριστού, το παραμορφωμένο ήθος του με ήθος Χριστού.

Ο πιστός ενδύεται τον Χριστόν και γίνεται άλλος Χριστός. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διότι, αν δι’ ημάς η ζωή είναι ο Χριστός, κατά συνέπειαν και ο λόγος μας πρέπει να είναι περί Χριστού και η σκέψις μας και κάθε πράξις μας να έχουν άμεσον σχέσιν με τας εντολάς Του, καθώς και η ψυχή μας να έχη λάβει μορφήν ανάλογον προς Αυτόν» (Έπιστ. 309, Προς Ευπατέριον και την θυγατέρα αυτού, Ε.Π.Ε. τ. 3, σελ. 507).

Όμως αυτή η διά του Χριστού αποκατάστασις της εικόνος του Θεού στον παραμορφωμένο άνθρωπο δεν θα εγίνετο, εάν ο Χριστός δεν ελάμβανε δούλου μορφήν, όπως θεολογεί ο Μ. Βασίλειος στην αγία Αναφορά της Θ. Λειτουργίας του, ακολουθών τον θείον Παύλον, και δεν εγίνετο «σύμμορφος τω σώματι της ταπεινώσεως ημών, ίνα ημάς συμμόρφους ποιήση της εικόνος της δόξης αυτού».

Είναι φανερό από όσα ελέχθησαν, ότι η εν Χριστώ μόρφωσις προϋποθέτει ένωσι και κοινωνία με τον Χριστό. Σ’ αυτή την κοινωνία καλεί ο Χριστός τον πιστό, όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλης εγώ˙ μηδενός εν χρεία καταστής. Εγώ και δουλεύσω˙ ήλθον γάρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος, και μέλος, και κεφαλή, και αδελφός, και αδελφή, και μήτηρ, πάντα εγώ˙ μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης διά σε˙ και αλήτης διά σε’ επί σταυρού διά σε’ επί τάφου διά σε• άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί, κάτω υπέρ σου πρεσβευτής γέγονα παρά του Πατρός. Πάντα μοι συ, και αδελφός, και συγκληρονόμος, και φίλος, και μέλος. Τί πλέον θέλεις;» (Ομιλία οστ’, Ε.Π.Ε τ. 12, σελ. 34).

***

Η σύζευξις Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επραγματοποίησαν οι Τρεις Ιεράρχαι όχι μόνο δεν έβλαψε τα δύο αυτά μεγέθη, αλλά αντιθέτως και τα ωφέλησε.

Τον μέν Ελληνισμό, όπως δέχεται ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, διότι, ενώ τον βρήκε ο Χριστιανισμός ημιθανή, τον εζωοποίησε και ανέστησε.

Την δε Εκκλησία, διότι η Ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία της έδωσε την δυνατότητα να εκθέση κατά τρόπο αριστοτεχνικό την πίστι και θεολογία της, χωρίς να αρνηθή τίποτε από την ευαγγελική διδασκαλία.

Η άποψις του μεγάλου Ρώσσου θεολόγου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, οτι ο Ελληνισμός κατέστη μόνιμος κατηγορία του Χριστιανισμού, είναι τολμηρή αλλά αληθινή. Μπορεί κανείς να φαντασθή την Ορθοδοξία χωρίς την Ελληνική της έκφρασι;

Αυτός είναι ο λόγος που και τα άλλα Ορθόδοξα έθνη, που παρέλαβαν την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο, εθεώρησαν οτι καθόλου δεν μειώνονται από την συνεργασία Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αλλά αντιθέτως και εμπλουτίζονται. Οι Τρείς Ιεράρχαι έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνορθοδοξίας. Έγιναν οι πρωτεργάται της ιστορικής πορείας του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας.

Αυτός ο πολιτισμός δοκιμάσθηκε έκτοτε μέσα στους αιώνας και άντεξε. Και είναι ζωντανός και δημιουργικός μέχρι σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και αυτοί που τον επιβουλεύονται και θέλουν να χωρίσουν τον Ελληνισμό από την Ορθοδοξία, γιατί θέλουν να διώξουν τον Χριστό από την Πατρίδα μας. Και το ακόμη χειρότερο, να επαναφέρουν την αθεΐα ή την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία με τους ψευδείς Ολυμπίους θεούς, τις θυσίες και τις τελετές της.

Θέλουν δηλαδή να επαναφέρουν αυτά, από τα οποία ο Χριστός μας ελύτρωσε και αυτά που με αγώνες πολλούς οι Τρεις Ιεράρχαι και το μέγα νέφος των Χριστιανών Μαρτύρων με το αίμα τους εκαθάρισε.

Η Εκκλησία προσέλαβε τον Έλληνα άνθρωπο, τον εβάπτισε, τον εκαθάρισε, τον εφώτισε και τον έκανε Χριστιανό Έλληνα. Τώρα θέλουν τον φωτισμένο Έλληνα να τον ξεβαπτίσουν και να τον υποτάξουν και πάλι στο σκοτάδι της ειδωλολατρείας και της αθεΐας.

Απορεί κανείς για το τόλμημα.

Ο σοφός Blaise Pascal γράφει κάπου ότι ο άνθρωπος (προφανώς ο άπιστος) είναι πρόθυμος να πιστεύση την οιανδήποτε ανοησία εκτός από την προφανή αλήθεια του Ευαγγελίου.

Σε όλους αυτούς που διά των αιώνων προσπάθησαν να γκρεμίσουν την Εκκλησία και τον έξ αυτής πηγάσαντα Ελληνορθόδοξο πολιτισμό της λέγει ο άγιος Χρυσότομος: «Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά˙ επιβουλευομένη περιγίνεται˙ υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται˙ δέχεται τραύματα, και ου καταπίπτει υπό των ελκών κλυδωνίζεται, άλλ’ ου καταποντίζεται˙ χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένεί˙ παλαίει, άλλ’ ουχ ηττάται˙ πυκτεύει, άλλ’ ου νικάται» (Ομιλία Β’ προς Ευτρόπιον, Ε.Π.Ε. τ. 33, σελ 110).

Ευχαριστούμε τους Τρεις Ιεράρχας για το πολύτιμο δώρο που μας παρέδωσαν, την αγία Ελληνορθόδοξο Παράδοσί μας. Ζητούμε την ευλογία τους, να μη φάνουμε αχάριστοι στην προσφορά τους, αλλά να την κρατήσουμε, να την αξιοποιήσουμε και να την παραδώσουμε στους μεταγενεστέρους ως πολύτιμο κληρονομιά.

(Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β΄, Τεύχος 27ο, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 2002)

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

Η Κάρα Οσίου Δανιήλ του Κατουνακιώτου PROSEYXH GR


ΕΚΤΑΚΤΟ: Αγιοκατάταξη Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου

Η Κάρα Οσίου Δανιήλ του Κατουνακιώτου

Ο Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος (Σμύρνη, 1846 – Άγιο Όρος, 1929) ήταν Ορθόδοξος μοναχός που έζησε στο Άγιον Όρος.


Στη Μονή Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους εκάρη μοναχός το 1866, απολαμβάνοντας μεγάλη αγάπη και εκτίμηση από τον Έλληνα ηγούμενο της Μονής και τους άλλους, κατά πλειοψηφία Έλληνες μοναχούς.

Την περίοδο 1874-1875 οι Ρώσοι μοναχοί προσπαθούσαν να ελέγξουν τη διοίκηση της Μονής Αγίου Παντελεήμονος με αποτέλεσμα να ανακύψουν φιλονικίες και εντάσεις. Έτσι οι ελληνικής καταγωγής μοναχοί αποχώρησαν, ανάμεσα σε αυτούς και ο μοναχός Δανιήλ που μετέβη στη Μικρά Αγία Ἄννα.

Ο Δανιήλ εκλήθη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για εξηγήσεις και τιμωρήθηκε άδικα με οριστική απομάκρυνση από το Άγιο Όρος. Εστάλη στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ (τον μετέπειτα Οικ. Πατριάρχη) ο οποίος αναγνωρίζοντας την αδικία, του πρότεινε να μείνει σε μονή της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Έτσι ο Δανιήλ επέλεξε τη Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Εκεί ο Δανιήλ συνεισέφερε τα μέγιστα στην πνευματική ανόρθωση της Μονής με την εισαγωγή του αγιορείτικου τυπικού στη νηστεία και στις ακολουθίες, και κέρδισε την αγάπη όλων. Εφόσον είχε επιτευχθεί από τους Ρώσους μοναχούς η εκρώσσιση της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος και είχε επικυρωθεί με Πατριαρχικό Σιγίλλιο η εκλογή του Ρώσου Ηγουμένου Μακαρίου, ανακλήθηκε η εξορία του Δανιήλ. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να επανέλθει στο Άγιον Όρος, αλλά όχι στη Μονή Παντελεήμονος.

Επιστρέφοντας στο Άγιο Όρος παρέμεινε για πέντε περίπου έτη στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, όπου συνέβη η θαυματουργική θεραπεία του από τον κολικό νεφρού που τον ταλαιπωρούσε συχνά. Εστάλη από τη Μονή Βατοπαιδίου στην πατρίδα του, τη Σμύρνη, για να διευθετήσει υποθέσεις του εκεί μετοχίου της Μονής. Παρέμεινε στη Σμύρνη εννέα μήνες και τόσο πολύ εκτιμήθηκε από τον τότε μητροπολίτη Σμύρνης Μελέτιο, ώστε του έγινε η πρόταση να μείνει εκεί και να χειροτονηθεί επίσκοπος βοηθός του. Ο Δανιήλ όμως αρνήθηκε και επέστρεψε στο Άγιο Όρος. Το 1881 δημιούργησε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους την καλύβη του, η οποία υπήρξε το θεμέλιο για το σημερινό ησυχαστήριο της αδελφότητας των Δανιηλαίων.

Ο Γέροντας Δανιήλ άσκησε την τέχνη της αγιογραφίας και την παρέδωσε στην αδελφότητα, η οποία την ασκεί μέχρι σήμερα. Όμως περισσότερο έχουν μείνει ιστορικές οι πραγματείες, οι μελέτες και οι εκατοντάδες επιστολές του που αντιμετωπίζουν με σύνεση και πατερική κατοχύρωση, σοβαρά πνευματικά και θεολογικά ζητήματα.

Ο Γέρων Δανιήλ, συνεδεόταν πνευματικά με τον Άγιο Νεκτάριο – με τον οποίο μάλιστα διατηρούσε αλληλογραφία-, με τον όσιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, τη Γερόντισσα Θεοδοσία, Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Κεχροβουνίου της Τήνου, με τον λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη (αργότερα Μοναχό Ανδρόνικο), τον οποίον ο π. Δανιήλ βοήθησε στον μοναχικό του προσανατολισμό και με πολλές άλλες πνευματικές μορφές της εποχής του.

Εκοιμήθη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1929, εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου.

Η κάρα του φυλάγεται με ευλάβεια σε ξύλινη θήκη κι έχει καφεκίτρινο χρώμα.

Η Κάρα Οσίου Δανιήλ του Κατουνακιώτου

ΙΣ ΧΣ † ΝΙ ΚΑ
Αὕτη ἡ κάρα ἐστί, / Δανιήλ Μοναχοῦ / τοῦ ἐκ Σμύρνης τῆς Μι/κρᾶς Ἀσίας.
Ἔθανεν / τῇ 8η/9/1929, / προσδοκῶν Ἀνάστα/σιν νεκρῶν.

ΤΥΠΙΚΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΔΑΝΙΗΛΑΙΟΙ ΘΩΜΑΔΕΣ



Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Οι λόγοι των όντων και ο Λόγος Χριστός κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή Διονύσης Σκλήρης

 

Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής (π. 580-662) ζει σε μια μεταιχμιακή εποχή, στο τέλος της Ύστερης Αρχαιότητας και στις αρχές του καθαυτό Μεσαίωνα, η οποία σφραγίστηκε από την οριστική κατάρρευση της ελληνορωμαϊκής οικουμένης στη Μεσόγειο με την άνοδο του Ισλάμ. Σε συνάφεια με το ιστορικό αυτό πλαίσιο, η περίοδος χαρακτηρίστηκε από την πάλη της Ορθόδοξης θεολογίας με τις αιρέσεις του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού, οι οποίες απετέλεσαν κρατικές προσπάθειες να επιτευχθεί συμβιβασμός με τις ανατολικές επαρχίες, όπου ήταν διαδεδομένος ο Μονοφυσιτισμός, μέσω μιας συμβιβαστικής φόρμουλας ότι ο Χριστός είχε δύο φύσεις, αλλά μία θέληση και ενέργεια. Ο άγιος Μάξιμος στην προσπάθειά του να βεβαιώσει την πίστη στις δύο θελήσεις και δύο ενέργειες του Χριστού αντίθετα προς το κρατικό δόγμα, ανέπτυξε μία ανθρωπολογία της θελήσεως, σύμφωνα με την οποία το θέλημα(η θέληση) αποτελεί μία αναπόσπαστη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, εξίσου πρωταρχική με τον νου. Αυτή η πλήρης καταξίωση και λεπτομερής φιλοσοφική ανάπτυξη της ανθρώπινης θελήσεως, την οποία κατά τη Δυοθελητική θεολογία προσέλαβε ο Χριστός ως θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης φύσης, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συμβολές του αγίου Μαξίμου στην ιστορία της σκέψης, η οποία μπορεί να παρομοιαστεί με την ανάλογη έμφαση που δόθηκε στη θέληση στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του Αυγουστίνου Ιππώνος στη Δύση, αν και η σκέψη του αγίου Μαξίμου ανήκει σε μια διαφορετική, ανατολική, γραμμή σκέψης.[ΑΛΛΟ ΘΕΛΗΣΗ ΑΛΛΟ ΒΟΥΛΗΣΗ]

Για να φτάσει όμως σε αυτό το συμπέρασμα της σημασίας της θελήσεως, ο άγιος Μάξιμος αξιοποίησε τη φιλοσοφία των λόγων των όντων, η οποία σημαίνει κατ’ αρχήν ότι κάθε φύση έχει αναπόσπαστα ουσιώδη χαρακτηριστικά, τα οποία προκύπτουν από τον ειδητικό και μορφικό ορισμό της ως προς την υπερβατική αρχή της, που είναι ο λόγος[ΤΟΥ ΝΟΥ]. Απώτερος σκοπός της ύστερης σκέψης του αγίου Μαξίμου ήταν να καταδείξει ότι η θέληση ανήκει ουσιωδώς στον λόγο της ανθρώπινης φύσης. Με την έμφασή του στους λόγους των όντων, ο άγιος Μάξιμος ολοκληρώνει στο τέλος της Ύστερης Αρχαιότητας μια μεγάλη ελληνική μεταφυσική παράδοση που συνθέτει τον Πλατωνισμό και τον Αριστοτελισμό, ενώ απηχεί επιδράσεις και πολλών άλλων ρευμάτων της ελληνικής σκέψης. Στο κεφάλαιο αυτό, θα εξετάσουμε μία από τις σημαντικότερες συμβολές του στη φιλοσοφία, ήτοι τη θεωρία των λόγων των όντων, η οποία διαπερνά τη σύνολη σκέψη του;;;. Θα δούμε τη χριστιανική μετάπλαση της φιλοσοφικής έννοιας του λόγου και τη συμπλήρωσή της από τον «τρόπον ὑπάρξεως» σε ένα νέο εννοιολογικό δίπολο.

Η σχέση ανάμεσα στον Έναν Λόγον και τους πολλούς. Οι διαφορετικές σημασίες του όρου λόγος.

O λόγος στη σκέψη του αγίου Μαξίμου έχει τη σημασία της εκδήλωσης του Θεού, η οποία ταυτοχρόνως εξηγεί τα όντα, αλλά συνδυάζεται και με μια σειρά από άλλες σημασίες, τις οποίες θα αναπτύξουμε.

α) Ο λόγος ως ἕν, ως ὄν, ως γνωστόν, ως ἀλήθεια και ως ἀγαθόν

Ακολουθώντας μία από τις κύριες σημασίες του ρήματος λέγω, αυτή του συλλέγω, ο όρος λόγος σημαίνει και στη σκέψη του αγίου Μαξίμου μία διαδικασία συλλογής και ενοποίησης. Αυτό είναι προφανές κυρίως στο ρήμα «ἀναλέγειν», που ο άγιος Μάξιμος το χρησιμοποιεί για να δηλώσει ότι ο νους «ἀναλέγει» τους λόγους των όντων,[1] ότι δηλαδή συλλέγει το ενιαίο και καθολικό νόημα μιας πολλαπλότητας όντων, τα οποία αναφέρει στον λόγο ως νόημα τους. Βρίσκουμε, επομένως, στη μαξιμιανή κατανόηση του λόγου μία σύμπτωση περισσότερων εννοιών: α) Τη λογική υπαγωγή ενός όντος στη γενικότητα ή καθολικότητά του, ήτοι στη μεγαλύτερη ενοποίησή του. β) Τη γνωσιολογική εξήγηση του όντος που το καθιστά νοητό, γνωστό και, εντέλει, ἀληθές. Ο λόγος αποτελεί έτσι ένα τελικό αίτιο, μία αρχή λογική και τελεολογική του όντος. γ) Ο λόγος αναφέρεται σε αυτό που είναι πράγματι το ον, στο ὄντως ὄν.[2] Ο λόγος αποτελεί μία πραγματικότητα πιο πλήρη από αυτές τις οποίες συλλέγει. Παρ’ όλα αυτά, στο οντολογικό επίπεδο, ο λόγος δεν καταργεί την διαφοράν, αλλά μόνο την διάστασιν.[3] Αυτή η λογική, γνωσιολογική και οντολογική αρχή είναι ταυτοχρόνως ένα καθήκον· είναι το ἀγαθόν[4] ενός όντος. Ο λόγος ως ηθική νόρμα είναι προφανής κυρίως στη μαξιμιανή έννοια του κατὰ φύσιν, η οποία πρέπει να κατανοηθεί ακριβέστερα ως «κατὰ τὸν λόγον τῆς φύσεως».

β) Οι «λόγοι ἐν τῷ Λόγῳ»

Επιπλέον, οι λόγοι δεν αποτελούν ανεξάρτητες και εξωτερικές αρχές, αλλά είναι εσωτερικευμένοι στον Λόγον του Θεού.[5] Ο Μάξιμος Ομολογητής ακολουθεί εδώ τη νεοπλατωνική ανάπτυξη του πλατωνισμού. Στον νεοπλατωνισμό, ακολουθώντας μία μακρά φιλοσοφική διαδικασία, η οποία έχει ρίζες και στον ίδιο τον Πλάτωνα, οι ιδέες μεταμορφώνονται από ανεξάρτητες εξωτερικές αρχές σε σκέψεις εσωτερικευμένες στον Νου. Παρομοίως, κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, οι λόγοι εντοπίζονται στην υπόσταση του Λόγου. Υπάρχει βεβαίως η σημαντική διαφορά ότι κατά τον άγιο Μάξιμο, που ακολουθεί περισσότερο μια ιουδαιοχριστιανική αλεξανδρινή παράδοση η οποία ανάγεται στον Φίλωνα, οι ἐν τῷ Λόγω λόγοι δεν είναι νόες ή νοήσεις, όπως στον Νεοπλατωνισμό, και αυτό έχει τη σημαντική συνέπεια ότι πρόκειται μάλλον για λογικές μορφώσεις του νου διά της εξωτερίκευσης ή ακόμη και για λεκτικά ενεργήματα, όπως θα λέγαμε στη σύγχρονη φιλοσοφία της γλώσσας και της επιτέλεσης. Αλλά σε κάθε περίπτωση, υπάρχει το κοινό με τον Νεοπλατωνισμό ότι οι λόγοι δεν είναι ανεξάρτητες ειδητικές αρχές, αλλά οπωσδήποτε εσωτερικευμένες σε μία ευρύτερη θεία καθολικότητα, η οποία μάλιστα στον Χριστιανισμό έχει τόσο υποστατικό, όσο και προσωπικό χαρακτήρα.

Είναι, ωστόσο, πρωτοποριακή και η ίδια η αλλαγή που συμβαίνει εντός του Νεοπλατωνισμού: Καθώς οι ιδέες δεν τίθενται εντός του Νου, δεν αναφέρονται πλέον μόνο στο γενικό και το καθολικό, αλλά επίσης στο συγκεκριμένο και το ατομικό.[6] Παρομοίως, στον Μάξιμο Ομολογητή, που ολοκληρώνει με γενναίο τρόπο μία τάση της φιλοσοφίας της Ύστερης Αρχαιότητας, οι λόγοι, παρόλο που έχουν μια ενοποιητική λειτουργία, καθώς αναφέρουν το ον στην καθολικότητα του νοήματός του, δεν αφορούν μόνο στις ουσίες και τις γενικές φύσεις, στα καθόλου, αλλά αναφέρονται επίσης στα μερικά όντα,[7] στα «καθ’ ἕκαστον»[ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ],[8] ή ακόμη και στις κινήσεις ή στις ιδιότητές τους.[9] Καθώς οι λόγοι εντοπίζονται στον Λόγο του Θεού, αφορούν σε ο,τιδήποτε μπορεί να νοήσει ή να θελήσει ο Θεός, σε ο,τιδήποτε μπορεί να έχει νόημα, ακόμη κι αν αυτό δεν αποτελεί καθ’ εαυτό μία γενική πραγματικότητα. Βεβαίως, το ότι ένα ον ή ιδιότητα ή ακόμη και γεγονός διαθέτει λόγον, σημαίνει ότι ακεραιώνεται σε μία καθολικότητα νοήματος. Ωστόσο, η αλήθεια δεν είναι απλώς συνάρτηση της γενικότητας. Πρόκειται για μια ρηξικέλευθη φιλοσοφική κίνηση καταξίωσης της ατομικότητας από τον Μάξιμο Ομολογητή, η οποία, από κάποιες απόψεις, προδιαγράφει τη νεωτερική έμφαση στο άτομο.;;;;

Για τον άγιο Μάξιμο, οι λόγοι προϋπάρχουν της κτίσεως εντός του Λόγου[ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ] του Θεού, και εν συνεχεία πραγματώνονται μέσα στην κτίση στον αρμόζοντα χρόνο.[10] Αν και θα ήταν καλύτερο να πούμε ότι ο Θεός δεν υπάρχει «πριν» από τον χρόνο, αλλά απλώς «εκτός» χρόνου ή ακόμη καλύτερα ότι είναι άχρονος, οπότε και οι άκτιστοι θείοι λόγοι δεν «προϋπάρχουν», αλλά απλώς διαθέτουν αφενός μία άχρονη ύπαρξη και αφετέρου μία ἐν χρόνῳ πραγμάτωση. Πρόκειται πάντως για μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον αιώνιο λόγον και στον αρμόζοντα καιρόν, η οποία καταξιώνει ριζικά τον χρόνο και την Ιστορία ως αποφασιστικούς παράγοντες για την έκβαση και την πραγμάτωση των λόγων[Η ΠΡΟΝΟΙΑ]. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι όλα δοσμένα στην αρχή της κτίσεως: υπάρχει εξέλιξη, καθώς νέα όντα έρχονται διαρκώς στην ύπαρξη, ακόμη κι αν ερείδονται οντολογικώς σε «προϋπάρχοντες» ή, μάλλον, σε άχρονους λόγους. Οι λόγοι έχουν ένα χαρακτήρα δημιουργικού και ποιητικού αιτίου, αλλά επίσης διατηρούν τα όντα σε μία συνεκτική ύπαρξη.[11] Έχουν, εξάλλου, μία γνωσιολογική αξία για τον Θεό. Ο Θεός γνωρίζει τα όντα και «πριν» τη δημιουργία τους διά των λόγων Του,[12] ή, για να το θέσουμε αλλιώς, γνωρίζει τα όντα ως λόγους Του. Ο Μάξιμος Ομολογητής διακρίνει μεταξύ του ότι ο Θεός γνωρίζει τον Εαυτό Του μέσα από την ουσία Του, αλλά γνωρίζει τα όντα μέσα από τη Σοφία Του, η Οποία ταυτίζεται με τη Δευτέρα Θεία Υπόσταση του Λόγου και της Σοφίας του Θεού. Εξάλλου, ο Μάξιμος Ομολογητής, ακολουθώντας έναν τυπικά ελληνικό τρόπο σκέψης, ομιλεί συχνά για δύο κινήσεις: μία κίνηση επεκτάσεως και διαστολῆς του Ενός Λόγου στους πολλούς λόγους, και μία κίνηση ἐπιστρεπτικῆς ἀναφορᾶς και συστολῆς των πολλών λόγων στον Ένα Λόγον.[13]Ωστόσο, αυτή η τελευταία κίνηση πραγματώνεται με την Ενσάρκωση του Λόγου στους αντίποδες της ελληνικής σκέψης. Σε αυτό το πλαίσιο, η «προΰπαρξη» των λόγων στον Λόγον και η επιστρεπτική αναφορά τους σε Αυτόν διατυπώνεται στο πλαίσιο μιας χριστολογικής διαλεκτικής μεταξύ του ενός Λόγου, ήτοι της υποστάσεως του Υιού, και των πολλών λόγων, που αναφέρονται στην πληθώρα των κτιστών. Σε αυτή τη διαλεκτική μεταξύ του ενός και των πολλών, συντίθεται η ενότητα και η ποικιλία.[14]


[1]Βλ. Κεφάλαια Περὶ Θεολογίας καὶ τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ PG 90,1096A.
[2]Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1257A.
[3]Eἰς τὴν Προσευχὴν τοῦ Πάτερ Ἡμῶν CCSG 23,33,122-34,124 PG 90,877Β και Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1312-1313.
[4]Για τη σχέση μεταξύ λόγου και ἀγαθοῦ, βλ. Mυσταγωγία CCSG69,318-26,336PG 91,673C-D.
[5]Mυσταγωγία CCSG 69,30,486-31,506 PG 91,681C-684A· CCSG 69,42,685-691 PG 91, 692CD, CCSG 69,51,813-817 PG 91,700B·CCSG 69, 708B-C·Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1077C-1080B, 1156AB, 1205C, 1285C-1288A· Πρὸς Θαλάσσιον CCSG 7,239,7-24PG 90,377C.
[6]Ο λόγος είναι ότι η αρχή της διαφοράς ή ακόμη και της εξατομίκευσης δεν εντοπίζονται σε μία ανεξάρτητη αρχή της ύλης, αλλά ανάγονται στη νοερά αρχή, η οποία και παράγει την ίδια την ύλη.
[7]Περὶ Διαφόρων ἈποριῶνPG 91,1313A.
[8]Βλ.Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1080A.
[9]Βλ .Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1228A-1229A.
[10]PG91,1080A-1081A· 1328Β-1329B.
[11]PG91,1080A-B·1228A-C·1329A-Β.
[12]PG91,1081A·1328ΒC.
[13]PG91,1285C· 1077C-1081C·1205C· Mυσταγωγία CCSG69,61,993-996PG91,708B.
[14]PG91,1077C, PG 91,1228Β-C.


Έργο Γιώργου Κόρδη: Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (1921)


ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΘΕΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΣ ΚΟΙΝΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ.
Η ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΗ. 
ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΘΕΟΥ.
Η ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΤΕΙ ΣΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ. 
Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΕΝΑΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ, ΜΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ, ΑΝΑΙΡΩΝΤΑΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ.

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΗΜΕΡΑ...;


 Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

 
[...] Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας...... [...] Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε. [...]
 

 Κάποτε, όταν ο Τσίπρας έφερνε το σύμφωνο συμβίωσης, ο πατέρας Γρηγόριος του έγραφε (μεταξύ άλλων) και τα παρακάτω. Σε έναν άθεο, πολιτικό. Σε έναν επίσκοπο της Εκκλησίας που μπαίνει σε ναούς με ΛΟΑΤ σημαίες και τους δέχεται και κανονικότατα, άραγε τι θα έλεγε;

Ολόκληρο το κείμενο που και είναι τόσο επίκαιρο και σήμερα. Δυστυχώς οι σημερινοί ηγούμενοι φάνηκαν …«διακριτικότεροι».

«Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰτοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.
Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ὁ ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.
Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.
Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.
Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.
Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.
Ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος.
Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.
Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.

Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:
Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου. Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.
Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.»
 

πηγή

+Γέροντας Γρηγόριος Ι Μ Δοχειαρίου

Μάχη είπε...

Αυτά είπε τότε ο γέροντας μας και του επιτέθηκαν οι δαίμονες την ώρα της μεταμεσονύκτιας προσευχής του ρίχνοντας τον από το σκαμνί που προσευχόταν με φόρα κι έπειτα από τα τραύματα και λόγω ζαχάρου υπέκυψε..να δούμε όμως και τι απέγινε ο Τσίπρας..

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΗΜΕΡΑ...; (trelogiannis.blogspot.com)

Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας για την εξαγγελθείσα νομοθέτηση γάμου και «τεκνοθεσίας» υπέρ ζευγαριών του ιδίου φύλου.

 


Το κείμενο το υπογράφει ο Μεσογαίας Νικόλαος ..........................................

1. Η θεολογία της Εκκλησίας για τον γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και τη διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου και φαίνεται καθαρά στην Ακολουθία του Μυστηρίου αυτού. Ο σκοπός του χριστιανικού γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογένειας, η ανάπτυξη παιδιών ως καρπών της εν Χριστώ αγάπης των δύο συζύγων και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή.

Η Εκκλησία αποδέχεται για τη σχέση άνδρα-γυναίκας και παιδιών ότι:

α) η δυαδικότητα των φύλων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά προέρχονται από τον Θεό («... καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε...», Γένεσις 1, 27-28),

β) η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στη σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας («... ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ... τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», Απ. Παύλου, Προς Εφεσίους 5, 28),

γ) ο χριστιανικός γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά Ιερό Μυστήριο, μέσω του οποίου παρέχεται η χάρη του Θεού στη σχέση κοινωνίας άνδρα και γυναίκας με στόχο την κοινή τους πορεία προς τη θέωση –και αυτή η ευλογημένη πορεία αφορά όλα τα ζεύγη με ή χωρίς παιδιά,

δ) ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής («Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου»,Έξοδος 20, 12).

2. Προφανώς η Πολιτεία νομοθετεί, αλλά αυτή η παράμετρος ούτε στερεί την ελευθερία του λόγου από την Εκκλησία ούτε απαλλάσσει την Εκκλησία από το καθήκον ενημέρωσης του πιστού λαού ούτε μπορεί να της υποδείξει σε τι συνίσταται η αμαρτία. Η Εκκλησία δεν νομοθετεί και δεν φέρει ευθύνη για τους νόμους. Αν σιωπήσει, όμως, φέρει βαρύτατη ευθύνη και αυτοκαταργείται.

3. Από το 2015 το σύμφωνο συμβίωσης παρέχει σε ζευγάρια του ιδίου φύλου όλα τα δικαιώματα και τις δυνατότητες του γάμου με κύρια εξαίρεση τη δυνατότητα απόκτησης παιδιών με υιοθεσία ή παρένθετη κύηση.

Το σύνθημα της «ισότητας στον γάμο» αποβλέπει σε ένα στόχο, στην απόκτηση παιδιών από «ομόφυλα ζευγάρια».

4. Ανακοινώθηκε ότι θα επιτρέπεται ο «ομόφυλος γάμος» και η «ομόφυλη γονεϊκότητα» μέσω υιοθεσίας και (με διάφορες διόδους) μέσω παρένθετης κύησης. Οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και τη μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεϊκότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλόφιλων ενηλίκων. Με βάση το νομοσχέδιο, ομοφυλόφιλοι μονογονείς θα μπορούν να επιβάλουν στο παιδί τους τον σύντροφό τους ως «πατέρα 2» ή ως «μητέρα 2».

5. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία καταδικάζει μελλοντικά παιδιά να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα ή μητέρα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεϊκών ρόλων. Η μονογονεϊκή οικογένεια είναι διαφορετική περίπτωση. Προκαλεί στέρηση του ενός γονέα, αλλά όχι σύγχυση των ρόλων των γονέων. Αντίθετα, η ομοφυλοφιλική συμβίωση προξενεί και τα δύο. Επιπλέον, τα παιδιά αυτά συχνά δεν θα έχουν δυνατότητα γνωριμίας με τον άλλο βιολογικό γονέα τους. Δεν θα έχουν επίσης το προσωπικό βίωμα της παρουσίας του άλλου φύλου (αντίθετου των «ομόφυλων γονέων» τους) μέσα σε μία ετερόφυλη σχέση. Τα παιδιά με πατέρες 1 και 2 ή με μητέρες 1 και 2 (ή και παραπάνω) θα είναι τα θύματα ενός αφύσικου μηχανισμού τεκνοθεσιών.

6. Δημοσιοποιήθηκε ότι: α) θα επιτρέπεται στα «ομόφυλα ζευγάρια» η από κοινού υιοθεσία και η υιοθεσία από τον «ομόφυλο σύζυγο» του γονέα (θα ισχύσει και για τα σημερινά παιδιά από παρένθετη κύηση), β) δεν θα επιτρέπεται στην Ελλάδα η παρένθετη κύηση υπέρ «ομόφυλου ζευγαριού», αλλά αυτή θα αναγνωρίζεται, αν έγινε νόμιμα σε άλλο κράτος. Οι ρυθμίσεις αυτές θα αποτελέσουν κίνητρα για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών.

Εάν τα προαναφερθέντα ισχύσουν, πρόκειται για ένα ναρκοθετημένο νομοσχέδιο με αντιφάσεις και τρόπους παράκαμψης των απαγορεύσεών του (μέσω κυήσεων στο εξωτερικό) και είναι πιθανή η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λόγω διακρίσεων, οπότε η χώρα θα αναγκασθεί να νομοθετήσει και στο έδαφός της την παρένθετη κύηση.

7. Το νομοσχέδιο καταργεί όχι μόνο κανόνες βιοηθικής, χριστιανικές αξίες και την ελληνική οικογενειακή παράδοση, αλλά ανατρέπει τα δικαιώματα μελλοντικών παιδιών και τους ρόλους των φύλων ως στοιχείων συνοχής της κοινωνίας –και αυτό αφορά τον καθένα, έστω και αν δεν αποδέχεται τη χριστιανική ηθική. Το ερώτημα που αιωρείται αναπάντητο είναι τελικά: Ποιος είναι ο ουσιαστικός λόγος αυτής της απόφασης που αλλάζει συνολικά και άρδην τον θεσμό του γάμου και την ιδιότητα του γονέα και γιατί προωθείται με τόση επιμονή;

8. Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρίζει μόνο το Ιερό Μυστήριο του χριστιανικού γάμου και απορρίπτει τον πολιτικό γάμο ασχέτως φύλου. Εν προκειμένω τάσσεται κατά του πολιτικού γάμου «ομόφυλων ζευγαριών» για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός οδηγεί αναπόδραστα σε «ομόφυλη γονεϊκότητα» μέσω υιοθεσίας ή παρένθετης κύησης. Η νομοθέτηση αυτή συγκρούεται τόσο με τη χριστιανική ανθρωπολογία, όσο και με το καθήκον της κοινωνίας να εξασφαλίζει στα παιδιά ευημερία και σωστή ανατροφή, αλλά και με το δικαίωμα των παιδιών να έχουν πατρική και μητρική παρουσία και φροντίδα. Για όλους τους προηγούμενους λόγους και με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης, η Αγία Εκκλησία μας είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο.

9. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας αποφάσισε: α) τη σύνταξη σχετικής επιστολής με τις θέσεις της προς τα αξιότιμα μέλη της Βουλής των Ελλήνων, β) την ανακοίνωση των θέσεών της στους Ιερούς Ναούς την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024 και τη διάθεση σχετικού φυλλαδίου «Προς τον Λαό» μέσω των Ιερών Ναών και της ιστοσελίδας της, γ) την παροχή εξουσιοδότησης προς κάθε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη να προχωρήσει, εντός της επαρχίας του και κατά την έμφρονα ποιμαντική κρίση του, σε πρωτοβουλίες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης ως προς την επικείμενη νομοθέτηση και τον θεσμό της οικογένειας.

Εκ της Ιεράς Συνόδου της
Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

σχόλιο: Ωραία λογάκια, ωραίες διαπιστώσεις, ωραία διατριβή και λοιπόν θα φάμε ομελέτα θα σπάσουμε τελικώς τα αυγά; Ή άπλα ρίχνουμε και κάποια βεγγαλικά για το καλό; Αναρωτιόμαστε και για την γλώσσα όταν διαβάζουμε για «Ομόφυλο γάμο» και «Ομόφυλη Γονεϊκότητα»...

συμπέρασμα: Θλίψη

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας για την εξαγγελθείσα νομοθέτηση γάμου και «τεκνοθεσίας» υπέρ ζευγαριών του ιδίου φύλου. (trelogiannis.blogspot.com)

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΠΩΣ ΘΑ ΟΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΙΕΡΕΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ. Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΘΑ ΜΕΤΑΛΛΑΧΘΕΙ ΣΕ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΟΝΕΑ Ι ΤΟΥ ΝΑΟΥ; ΔΥΣΚΟΛΑ ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΝΑ ΚΛΕΙΣΤΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ. Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΧΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΧΩΜΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΘΑ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Ή ΘΑ ΤΟΝ ΑΠΟΕΥΑΓΓΕΛΙΣΕΙ;

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγένηται καὶ γιγνώσκει τὸν Θεὸν

 

Δεν μπορεί ο άνθρωπος όμως να επιστρέψει στο Θεό και να τον συναντήσει χωρίς προηγουμένως να συναντήσει το συνάνθρωπο, γι’ αυτό το επόμενο βήμα στην πορεία για τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό είναι ακριβώς η συνάντηση με το συνάνθρωπο.

Θέμα της τρίτης Κυριακής του Τριωδίου είναι η κρίση που θα βασιστεί αποκλειστικά στην αγάπη που ο άνθρωπος έχει δείξει για το συνάνθρωπό του και που τελικά μεταβαίνει σ’ αυτόν τον ίδιο το Θεό· «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).

Η αγάπη είναι από το Θεό και όποιος αγαπάει το Θεό είναι παιδί του Θεού και γνωρίζει το Θεό, εκείνος που δεν αγαπά

Ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγένηται

, δεν γνωρίζει το Θεό γιατί ο Θεός είναι αγάπη (Α΄ Ιωάν. 4, 7-8). Αποκτούμε επίγνωση των μυστηρίων του Θεού όταν είμαστε ενωμένοι με την αγάπη (Κολ. 2,2). Ο Θεός μένει μέσα μας όταν αγαπιόμαστε μεταξύ μας (Α΄ Ιωάν. 4, 12). Μόνο ενωμένοι γινόμαστε κατοικητήριο του Θεού (Εφ. 2,22). Αν το να μείνουμε στο Θεό εξαρτάται από την αγάπη και η αγάπη από την τήρηση των εντολών και η εντολή είναι να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, το να μείνουμε κοντά στο Θεό εξαρτάται από την αγάπη που έχουμε ο ένας για τον άλλο.[1]

«Ὅθεν ὅποιος ἔχει αὐτὴν τὴν εὐλογημένην ἀγάπην πρῶτον εἰς τὸν Θεὸν καὶ δεύτερον εἰς τὸν ἀδελφόν του τὸν χριστιανόν, αὐτὸς ἀξιώνεται καὶ δέχεται τὴν Παναγίαν Τριάδα μέσα εἰς τήν καρδίαν του».[2]

Υπάρχουν πολλά χωρία στη Γραφή όπου φαίνεται να απαιτείται για την τελειότητα μόνο η αγάπη για τον πλησίον ενώ η αγάπη για το Θεό παρασιωπάται, αν και ο νόμος και οι προφήτες κρέμονται και από τις δυο αυτές εντολές. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή αυτός που αγαπάει τον πλησίον πρέπει πάνω από οτιδήποτε άλλο να αγαπάει αυτή την ίδια την αγάπη. Όμως η αγάπη είναι ο Θεός «καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ».[3]

Αγκάλιασε την αγάπη του Θεού και αγκαλιάζοντας την αγάπη αγκαλιάζεις τον ίδιο το Θεό.[4]

Η αγάπη για το Θεό δεν μπορεί να τελειωθεί παρά μόνο όταν ο άνθρωπος αγαπάει τον πλησίον του και πλησίον δεν πρέπει να θεωρούνται μόνον οι φίλοι μας ή οι γνωστοί μας, αλλά όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε κοινή φύση, είτε είναι εχθροί, είτε είναι σύμμαχοι, είτε ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη με μας, είτε όχι, γιατί μας έφτιαξε ο ίδιος δημιουργός και μας έδωσε πνοή ζωής, γιατί όλοι χαιρόμαστε τον ίδιο ουρανό και την ίδια ατμόσφαιρα, τις ίδιες ημέρες και τις ίδιες νύχτες, και αν και μερικοί είναι καλύτεροι και άλλοι χειρότεροι, μερικοί δικαιότεροι και άλλοι λιγότερο δίκαιοι, ο Θεός είναι πλουσιοπάροχος και καλός σε όλους.[5] Όταν αγαπάει κανείς πραγματικά δεν εξαρτάται η διάθεσή του για τους ανθρώπους από τις απόψεις τους αλλά, αποβλέποντας στην ανθρώπινη φύση που όλοι έχουμε κοινή, αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους.[6]

Εκείνος που αγαπάει το Θεό δεν μπορεί να μην αγαπάει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του.[7] Εκείνος που αγαπάει το Θεό έχει προαγαπήσει τον αδελφό του, γιατί η δεύτερη αγάπη είναι απόδειξη της πρώτης. Εκείνος που λέει ότι αγαπάει τον Κύριο και οργίζεται κατά του αδελφού του μοιάζει με υπνοβάτη.[8]

Εκείνος που έχει συνηθίσει να αγαπάει το Θεό στο συνάνθρωπο, επεκτείνει σ’ αυτόν τις εκδηλώσεις της αγάπης του με την ίδια διάθεση με την οποία πλησιάζει το Χριστό.[9]

Φαντάσου έναν κύκλο σημειωμένο πάνω στο χώμα, λέει ο Δωρόθεος. Υπόθεσε ότι ο κύκλος είναι ο κόσμος και ότι το κέντρο του κύκλου είναι ο Θεός. Ένας αριθμός γραμμών οδηγούν από την περιφέρεια στο κέντρο και αυτές οι γραμμές αντιπροσωπεύουν τους δρόμους της ζωής που οι άνθρωποι μπορούν να ακολουθήσουν. Στην επιθυμία τους να πλησιάσουν το Θεό οι άγιοι προχωρούν ακολουθώντας αυτές τις γραμμές προς το κέντρο του κύκλου. Έτσι, όσο πιο πολύ προχωρούν τόσο πιο πολύ πλησιάζουν ο ένας τον άλλο και το Θεό. Όσο πιο κοντά έρχονται στο Θεό τόσο πιο κοντά έρχονται στον άνθρωπο. Αυτή είναι η φύση της αγάπης, όσο πιο πολύ ενωνόμαστε με το συνάνθρωπο τόσο περισσότερη είναι η ένωσή μας με το Θεό.

Δείχνουμε αγάπη στο συνάνθρωπο όταν του δίνουμε κάτι που έχουμε εμείς και που εκείνος το έχει ανάγκη· «ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25, 35).

«Εγώ έχω ένα ψωμί να φάω, εσύ δεν έχεις. Ανίσως και σου δώσω κομμάτι και εσένα όπου δεν έχεις, ε, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή εγώ να φάω όλο το ψωμί και εσύ να πεινάς, τι φανερώνω; φανερώνω πως η αγάπη όπου έχω εις εσένα είναι ψεύτικη. Έχω δυο ποτήρια κρασί να πιω, εσύ δεν έχεις. Ανίσως και σου δώσω και εσένα, από αυτό να πιεις, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ, αμή ανίσως και δεν σε δώσω εσένα, είναι κάλπικη η αγάπη. Αμή εγώ να έχω τα φορέματα μέσα εις το σεντούκι φυλαγμένα να τα τρώγει το σκουλήκι και εσύ να περιπατείς γυμνός, είναι κάλπικη η αγάπη. Εσύ είσαι λυπημένος, απέθανε η μητέρα σου, ο πατέρας σου ή το παιδί σου ή άρρωστος είσαι. Ανίσως και έλθω να σε παρηγορήσω, τότε είναι αληθινή η αγάπη. Αμή ανίσως εσύ κλαίης και θρηνείς, και εγώ κάθομαι τρώγω, πίνω, χορεύω, τραγουδώ, ξεφαντώνω, είναι ψεύτικη η αγάπη».[10]

«Δεν περιγράφεται το ύψος στο οποίο μας ανεβάζει η αγάπη· η αγάπη μας ενώνει με το Θεό, καλύπτει πλήθος αμαρτιών, ανέχεται τα πάντα, μακροθυμεί πάντοτε. Στην αγάπη δεν υπάρχει τίποτε βάναυσο, τίποτε υπερήφανο, η αγάπη δεν έχει σχίσμα, δεν στασιάζει, η αγάπη τα κάνει όλα με ομόνοια· στην αγάπη τελειώθηκαν όλοι οι εκλεκτοί του Θεού, χωρίς αγάπη τίποτε δεν είναι ευάρεστο στο Θεό. Με την αγάπη μάς προσέλαβε στον εαυτό του ο Δεσπότης».[11]

Αυτός που έχει κάποιο ίχνος μίσους μέσα στην καρδιά του για κάποιον άλλο εξαιτίας κάποιου λάθους του είναι απόλυτα αποξενωμένος από το Θεό.[12] Δεν μπορεί να έχει ειρήνη με το Θεό εκείνος που εξαιτίας μιας φθονερής διαμάχης δεν έχει ειρήνη με το συνάνθρωπό του.[13]

«Όθεν πρέπει και ημείς, ανίσως και θέλωμεν να λέγωμεν αυτόν τον Θεόν μας πατέρα, να είμεσθεν εύσπλαχνοι και φιλάνθρωποι και να χαροποιούμεν τους αδελφούς μας τους χριστιανούς. Είδε και είμεσθεν άσπλαχνοι, σκληρόκαρδοι και πικραίνομεν τους αδελφούς μας και τους φαρμακεύομεν και τους βάνομεν τον θάνατον εις την καρδίαν, δεν πρέπει να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα, αλλά τον Διάβολον».[14]

Όταν αγαπούμε ένα ή δυο φίλους μας ή τους δικούς μας ανθρώπους, δεν αγαπούμε για χάρη του Θεού, αλλά για να αγαπηθούμε κι εμείς απ’ αυτούς. Θα μοιάσουμε πραγματικά με το Θεό όχι όταν κάνουμε θαύματα, αλλ’ όταν αγαπούμε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους εχθρούς μας.[15]

Επειδή πρέπει να αγαπιόμαστε μεταξύ μας με το ίδιο μέτρο, είναι απαράδεκτο να σχηματίζουμε φατρίες και κλίκες. Γιατί εκείνος που αγαπάει τον ένα πιο πολύ από τους άλλους κατηγορεί τον ίδιο τον εαυτό του ότι για τους άλλους δεν έχει πραγματική αγάπη.[16]

Όπως η ανάμνηση της φωτιάς δεν ζεσταίνει το σώμα έτσι και η πίστη χωρίς αγάπη δε φέρνει το φως της γνώσεως του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου.[17]

«Χιλιάδες καλά και αρετές να κάμωμεν, νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, καν το αίμα μας να χύσωμεν δια την αγάπην του Χριστού», αν δεν έχουμε αγάπη για το συνάνθρωπο «όλα χαμένα είναι και δεν μας ωφελούν τίποτε και εις την κόλασιν πηγαίνομεν».[18]

«Οὐ γὰρ τοσοῦτον ἐστι κέρδος νηστείας, ὅσον ὀργῆς ζημία, οὔτε τοσαύτη τῆς ἀναγνώσεως (τῶν Ἁγ. Γραφῶν) ὠφέλεια, ὅσον βλάβη ἐκ τοῦ περιφρονῆσαι τοῦ ἀδελφοῦ καὶ λυπῆσαι αὐτόν. Καὶ γὰρ αἱ νηστεῖαι καὶ αἱ ἀγρυπνίαι καὶ ἡ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ ἡ γύμνωσις τοῦ πλούτου καὶ ἡ ἀποταγὴ ὅλου τοῦ κόσμου οὐκ ἕστιν τελειότης, ἀλλὰ τελειότητος ἐργαλεῖα, ἐπειδὴ οὐκ ἐν τούτοις εὑρίσκεται ἡ τελειότης, ἀλλὰ διὰ τούτων προσγίνεται. Εἰς μάτην, τοίνυν, ἐπὶ νηστείᾳ, καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ ἀκτημοσύνῃ καὶ ἀναγνώσει Γραφῶν ἐγκαυχώμεθα, ὅταν μὴ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην κατορθώσωμεν· ὁ γὰρ κατορθώσας τὴν ἀγάπην, ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὸν Θεὸν καὶ ὁ νοῦς αὐτοῦ ἀεὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐστιν».[19]

Όπως το σώμα είναι ένα αν και έχει πολλά μέλη και όλα τα μέλη του σώματος, αν και είναι πολλά είναι ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός (Α΄ Κορ. 12, 12). Ο Χριστός συνηθίζει να αναλαμβάνει τη μορφή των μελών Του και να αποδίδει στον ίδιο τον εαυτό Του ό,τι λέγεται για εκείνα, γιατί το κεφάλι και το σώμα είναι ένας Χριστός.[20]

Ο πραγματικός ναός του Κυρίου, είναι η ψυχή του πιστού. Ας τον λατρεύσουμε αυτόν το ναό, ας τον διακοσμήσουμε, ας προσφέρουμε σ’ αυτόν δώρα, ας υποδεχτούμε σ’ αυτόν το Χριστό.[21] Τι καλύτερους θησαυρούς έχει ο Χριστός από εκείνους δια των οποίων θέλει να παρουσιάζεται;[22]

Να φοβάσαι το Χριστό επάνω, αναγνώριζέ Τον εδώ κάτω. Έχε το Χριστό επάνω παρέχοντα τις πλούσιες δωρεές Του, αναγνώριζέ Τον εδώ κάτω δυστυχούντα. Εδώ είναι φτωχός, εκεί είναι πλούσιος.[23]

Ο Χριστός πέθανε και τάφηκε μια φορά αλλά θέλει να χύνεται καθημερινά μύρο στα πόδια Του. Τι είναι λοιπόν αυτοί στους οποίους χύνουμε το μύρο; Είναι τα πόδια του Χριστού και γι’ αυτούς λέει αυτός ο ίδιος «ὅ,τι ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Αυτά τα πόδια που η γυναίκα του Ευαγγελίου τα ξεκουράζει και τα δροσίζει με τα δάκρυά της, αυτά τα πόδια ραίνει με μύρο εκείνος που προσφέρει τη γλυκύτητα της καλοσύνης του ακόμη και στον πιο αδύνατο. Σ’ αυτά οι μάρτυρες, σ’ αυτά οι απόστολοι, σ’ αυτά ο Κύριος Ιησούς Χριστός δηλώνει ότι τιμάται.[24]

«Έτσι ξέρουμε ότι αγαπάμε τα παιδιά του Θεού» λέει ο Ιωάννης (Α΄Ιωάν. 5,2). Τι σημαίνει αυτό; Προηγουμένως μιλούσε για το γιο του Θεού, μας πρόβαλε το Χριστό και είπε· «όποιος πιστεύει ότι ο Ιησούς Χριστός γεννιέται από το Θεό και όποιος αγαπάει Εκείνον που γέννησε, δηλαδή τον Πατέρα, αγαπάει επίσης και Εκείνον που γεννήθηκε απ’ Αυτόν, δηλαδή το Γιο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό» και συνεχίζει: «Έτσι ξέρουμε ότι αγαπούμε τα παιδιά του Θεού», σαν να επρόκειτο να πει «έτσι ξέρουμε ότι αγαπούμε το Γιο του Θεού». Είπε τα παιδιά του Θεού ενώ μιλούσε ακριβώς πριν για το Γιο του Θεού, επειδή τα παιδιά του Θεού είναι το σώμα του μόνου Γιου του Θεού, και αφού Εκείνος είναι το κεφάλι και εμείς τα μέλη, είναι ένας Γιος του Θεού. Γι’ αυτό όποιος αγαπάει τα παιδιά του Θεού, αγαπάει το Γιο του Θεού και όποιος αγαπάει το Γιο του Θεού, αγαπάει τον Πατέρα.[25]

Αν λοιπόν μας πει κάποιος, δείξε μου Εκείνον για να τον αγαπήσω, τι άλλο θα πρέπει να απαντήσουμε παρά αυτό που είπε ο Ιωάννης: «Κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό» (Ιωάν. 1, 18) και για να μη νομίσει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει καθόλου το Θεό, είπε «ο Θεός είναι αγάπη» και «όποιος μένει στην αγάπη μένει στο Θεό» (Α΄ Ιωάν. 4,16). Γι’ αυτό αγάπα τον πλησίον σου, εκεί θα δεις, όσο μπορείς, το Θεό.[26]

Πόσοι απ’ αυτούς που ζουν σήμερα δεν θα εύχονταν να ζούσαν εκείνη την εποχή που ο Χριστός βρισκόταν στη γη, ώστε να κάθονται και να συντρώγουν μαζί Του στο ίδιο τραπέζι. Αλλά και τώρα μπορεί να γίνει αυτό. Μπορούμε και τώρα να Tον καλέσουμε για φαγητό και να φάμε μαζί Του και μάλιστα με περισσότερη ωφέλεια, γιατί πολλοί από εκείνους που έφαγαν μαζί Του τότε χάθηκαν (όπως ο Ιούδας και άλλοι παρόμοιοί του) ενώ ο καθένας απ’ αυτούς που Tον προσκαλούν σήμερα στο σπίτι τους και του προσφέρουν στέγη και φαγητό θα απολαύσει μεγάλη ευλογία.[27]

Γι’ αυτό κανείς δεν θα πρέπει να λέει, ευλογημένοι εκείνοι που δέχθηκαν τη χάρη να έχουν το Χριστό στο σπίτι τους. Δεν θα πρέπει να λυπόμαστε και να παραπονιόμαστε που δεν είχαμε γεννηθεί τότε, γιατί δεν μας έχει αποστερήσει αυτής της ευλογίας. «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων», λέει, «ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40)[28] και συνεχίζει «σας λέω ότι όποιος δέχεται εκείνον που θα στείλω εγώ, δέχεται εμένα και όποιος δέχεται εμένα δέχεται Εκείνον που με έστειλε» (Ιωάννης 13,20) και «εάν δεχθείτε στο όνομά μου ένα απ’ αυτά τα παιδιά, δέχεστε εμένα και όποιος δέχεται εμένα, δεν δέχεται εμένα αλλά Εκείνον που με έστειλε» (Μαρκ. 9, 37).

Ό,τι κάνετε σ’ έναν απ’ αυτούς τους ελαχίστους το κάνετε σε μένα. Και αν αυτός δεν είναι ο Παύλος, όμως είναι κάποιος πιστός, κι αν ακόμα είναι ασήμαντος, όμως «ὁ Χριστὸς δι᾿ αὐτοῦ παραγίνεται».[29]

Όποιος δέχεται αυτούς τους ελάχιστους για το Χριστό και όχι για κάποιον άλλο λόγο, δέχεται το Χριστό.[30]

Όποιος λοιπόν πέφτει στα πόδια των αδελφών, αγγίζει το Χριστό, παρακαλεί το Χριστό. Με τον ίδιο τρόπο, όταν εκείνοι χύνουν δάκρυα, γι’ αυτόν είναι ο Χριστός που υποφέρει και που προσεύχεται γι’ αυτόν στον Πατέρα.[31]

Ο Αβραάμ αναζητώντας ξένους να τους φιλοξενήσει δέχθηκε και περιποιήθηκε αυτόν τον ίδιο το Θεό και ο Λωτ δέχθηκε τους αγγέλους και εμείς αν θα δεχθούμε τους ανθρώπους, θα δεχθούμε το Χριστό.[32]

Οι μοναχοί που γνώριζαν καλά πvς θα συναντούσαν ασφαλώς το Χριστό αν πλησίαζαν με αγάπη το συνάνθρωπο, όταν τους ρωτούσαν πώς κατόρθωναν να υπηρετούν με τόση προθυμία τους ανθρώπους, απαντούσαν: «Οὐδέποτε ἀνθρώποις με δουλεύειν ἐννενόηκα, ἀλλά τῷ Θεῶ».[33] Αυτοί λένε και σε μας: «Δεῖ ἐρχομένους τοὺς ἀδελφοὺς προσκυνεῖν· οὐ γὰρ αὐτοὺς ἀλλὰ τὸν Θεὸν προσεκύνησας εἶδες γὰρ φησιν τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες τὸν Θεόν σου».[34]

Πραγματικά, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να συναντήσουμε τον αναστημένο Χριστό. Πολύ συχνά εμείς «οι χριστιανοί» όταν αντιμετωπίζουμε ανθρώπους που αρνιούνται ή αμφιβάλλουν για την Ανάσταση του Χριστού τους βομβαρδίζουμε με διαλεκτικά πυροτεχνήματα χωρίς να υποπτευόμαστε πόσο είμαστε, όταν το κάνουμε αυτό, κύμβαλα αλαλάζοντα, χωρίς να υποπτευόμαστε ακόμη ότι αυτό που τους παρουσιάζουμε ως τον αναστημένο Χριστό δεν είναι παρά ένα αξιοθρήνητο διανοητικό σχήμα, ένα παιδικό δημιούργημα της φαντασίας μας, ένα θλιβερό είδωλο, γιατί τον πραγματικό Χριστό δεν Τον έχουμε δει, και δεν Τον έχουμε δει γιατί δεν έχουμε κοιτάξει ποτέ βαθιά στα μάτια το συνάνθρωπό μας. Τα διανοητικά μας επιχειρήματα είναι η αδιάψευστη απόδειξη ότι δεν έχουμε πραγματικά συναντήσει το Χριστό, γιατί αν Τον είχαμε πραγματικά συναντήσει θα Τον συναντούσαμε και πάλι στο πρόσωπο αυτού του αρνητή ή του αμφισβητία και αντί να τον αντιμετωπίζουμε σαν εχθρό που πρέπει να κατατροπώσουμε θα τον αποκαλούσαμε, σαν τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, «χαρά μου» και τότε αυτός θα ένιωθε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βλέπουμε τον αναστημένο Χριστό και θα Τον έβλεπε και εκείνος.

[1] Χρυσοστόμου, ΕΠΕ, τομ. 14, σελ. 476.

[2] Κοσμά αιτωλού, Διδαχή Α 2, Ι. Μενούνου, εκδ. Τήνος, σελ. 155.

[3] Αυγουστίνου, On Trinity, κεφ. 7, §10.

[4] Όπου παραπάνω, κεφ. 8, §10.

[5] Leo the Great Sermons, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. XII, σελ. 122.

[6] Μαξίμου του Ομολογητού, Περί αγάπης, εκατοντάς πρώτη, Ο΄, ΟΑ΄.

[7] Μαξίμου του Ομολογητού, Περί αγάπης, εκατοντάς πρώτη, ΙΓ΄.

[8] Ιωάννου της Κλιμακος, Migne 88, 1157.

[9] Αυγουστίνου, The City of God, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VII, σελ. 476.

[10] Κοσμά Αιτωλού, Διδαχή Α 1, Ι. Μενούνου, εκδ. Τήνος, σελ. 124.

[11] Κλήμεντος Ρώμης, Προς Κορινθίους Α΄ XLIX, 4-6.

[12] Μαξίμου, όπου παραπάνω, ΙΕ΄.

[13] Cyprian Treatises Ante Nicene Fathers, vol. V, σελ. 425

[14] Κοσμά Αιτωλού, Διδαχή Α 2, όπου παραπάνω, σελ. 155.

[15] Χρυσοστόμου, Εις την προς Εβραίους Ομιλ. ΙΙΙ,§ 10.

[16] Βασιλείου, Migne 31, 885.

[17] Μαξίμου, όπου παραπάνω, λα΄.

[18] Κοσμά Αιτωλού, όπου παραπάνω, σελ. 154.

[19] Ιωάννου Κασσιανού, Διαλέξεις Πατέρων, εκδ. Κ. Δυοβουνιώτου (ανατύπωση από το περιοδ. «Εκκλησιαστικός Φάρος» ΙΑ΄, 1913). σελ. 11-13.

[20] Αυγουστίνου, The City of God, όπου παραπάνω, σελ. 356.

[21] Jerome’s letter LVIII to Paulinus, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VI.

[22] Αμβροσίου, Duties of the Clergy, book II, chapter XXVII.

[23] Αυγουστίνου, Sermons on N.T. Lessons LXXII, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VI, σελ. 473.

[24] Αμβροσίου, Επιστολή XLI, § 23.

[25] Αυγουστίνος, Homily X on the Epistle of St. John, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VI, σελ. 521.

[26] Αυγουστίνου, On the gospel of St. John, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VII, σελ. 114.

[27] Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 112.

[28] Αυγουστίνου, Sermons on N.T. Lessons, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. VI, σελ. 427.

[29] Χρυσοστόμου, Migne 60, σελ. 317.

[30] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, εις το κατά Μάρκον, Catenae, τομ. 1, σ. 365.

[31] Τερτυλλιανού, On Repentance, chapter X, Ante Nicene Fathers, vol. VIII.

[32] Αμβροσίου, Duties of the Clergy, chapt. XXI, Nicene and Post Nicene Fathers, vol. X, σελ. 60.

[33] Ιωάννου Κλίμακος, Migne 88, σελ. 685.

[34] Société des Bollandistes, Subsidia Hagiographica, Historia Monachorum in Aegypto, caput VIII, § 55, σελ. 68.

π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998