Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Ο ζυγός και το φορτίο του Χριστού Ιερομόναχος Ιουστίνος


Τι προσφέρει ο Θεός για να Τον διαλέξουμε ελεύθερα, ή μάλλον τι φαίνεται ότι (δεν) προσφέρει; Ακολουθεί τον αντίστροφο δρόμο από ό,τι ο απατεώνας διάβολος. Στα πρώιμα στάδια ζητάει κόπο και έπειτα δίνει την γαλήνη, την ειρήνη και την απόλαυση. Είναι ανακόλουθο, αλλά είναι γεγονός ο επώδυνος ζυγός του Χριστού που βαθμηδόν βελτιώνεται και αποδεικνύεται «χρηστός», και το φορτίο Του που αποβαίνει ελαφρό. Δεν βελτιώνονται αυτά, αλλά βελτιώνεται η ψυχική μας όραση και η ψυχική μας ρωμαλεότητα. Ωριμάζουμε, οπότε διαπιστώνουμε μόνοι μας, εμπειρικά, τη χρησιμότητά τους.
Καλεί και παροτρύνει ο λατρευτός μας Ιησούς: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Πώς θα μας αναπαύσει; Επιθέτοντας και προσθέτοντας στο βάρος μας τον ζυγό και το φορτίο το δικό Του! Οξύμωρο; Όχι, αφού Εκείνος μεν το υπόσχεται, εμείς δε το βλέπουμε στην πράξη, ότι πρόκειται για χρηστά πράγματα που συνεπιφέρουν «ανάπαυσιν ταις ψυχαίς» (Ματθ. 11.28-30).
Ναι μεν «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7.14), αλλά ο Πανάγαθος μας κάλεσε «εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας», που γράφει ο απόστολος Πέτρος (Α’ Πέτρ. 5.10). Έχει κάποια δυσκολία ώσπου να φθάσουμε και να μπούμε στη Βασιλεία «ολίγον άρτι, ει δέον εστί, λυπηθέντες εν ποικίλοις πειρασμοίς» (Α’ Πέτρ. 1.16). Έτσι όμως και μπει κανείς, ε τότε τα ξεχνάει όλα από τη χαρά και την αγαλλίασή του – υπ’ όψιν πάντοτε ότι η Βασιλεία αρχίζει από εδώ για να τελειωθεί στην ατελεύτητη μέλλουσα αθανασία.
Άρα η λυδία λίθος για να προεικάζουμε αν κάτι είναι αληθινά ωφέλιμο και αληθινά επιθυμητό, είναι να εξετάζουμε πού έχει την άνεση, στην αρχή ή μετά. Κάθε τι καλό απαιτεί στα προοιμιακά βήματα ιδρώτα και πόνο. Κατά το γνωμικό λ.χ. οι ρίζες της παιδείας είναι πικρές, οι δε καρποί της γλυκείς.
Συναφώς μια σοφή οσία παραλλήλιζε τη χριστιανική ζωή με το άναμμα της φωτιάς: «Είπε η αμμάς [γερόντισσα] Συγκλητική: Αγώνα έχει και κόπο πολύ για αυτούς που πρωτοπροσέρχονται στον Θεό, έπειτα δε χαρά ανεκλάλητη· γιατί όπως ακριβώς εκείνοι που θέλουν να ανάψουν πυρά πρώτα καπνίζονται και δακρύζουν, και έτσι επιτυγχάνουν το ζητούμενο… έτσι πρέπει και εμείς οι ίδιοι να ανάψουμε το θείο πυρ με δάκρυα και πόνους [ή έτσι πρέπει με δάκρυα και πόνους το θείο πυρ να μας ανάψει εμάς]» (Γεροντικό 1). Θα τσούξουν τα μάτια σου, θα κουρασθούν τα πνευμόνια, θα πνιγείς στον βήχα, μα ύστερα θα καθίσεις και θ’ απολαμβάνεις τη θαλπωρή.
«Δουλεία» προσφέρει ο Θεός. Ωστόσο όταν ο Παύλος μιλάει για απελευθέρωση από την αμαρτία και για δουλεία στη δικαιοσύνη, εκφράζεται σχηματικά – συμβατικά και συγκαταβατικά. Διευκρινίζει ότι το λέει έτσι ανθρώπινα, «δια την ασθένεια της σαρκός». Σαν δουλεία που τσούζει παρουσιάζεται στα μάτια των σαρκοφρόνων ακόμη αρχαρίων η υποταγή στον νόμο του Θεού (Ρωμ. 6.18-19). Ωστόσο στο βάθος – του χρόνου και κυρίως της ποιότητος – τα πράγματα είναι παντελώς διαφορετικά.
Όλοι έχουμε δει αυτοκίνητα ύστερα από σφοδρή σύγκρουση· μια άμορφη μάζα, ένας αλλόκοτος όγκος. Κάπως έτσι διαστρεβλωμένη, «στραπατσαρισμένη» είναι η θέλησή μας κατόπιν της πτώσεώς μας από τον Ουρανό. Έχει διαστραφεί, έχει ξεφύγει από το ίσιο και την ευθεία, έχει σκολιωθεί. «Έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς στα πονηρά από τη νεότητά του» (Γεν. 8.21) – από τη νεότητα του ανθρωπίνου είδους, δηλαδή από τους Πρωτοπλάστους ήδη, αλλά και υποκειμενικά, από τα άγουρα χρόνια του καθενός μας.
Αυτή την εκτρωματώδη θέληση και ελευθερία μας – κύημα και καρπό της σχέσεως με τον διάβολο και την αμαρτία – την εγχειρίζουμε στον Θεό για να την πάρουμε πίσω ανακαινισμένη και δυνατή. Προς τούτο μας χρειάζονται πλοίαρχοι στιβαροί και πεπειραμένοι, οδηγοί καραβιών και ψυχών που επιβαίνουν σε αυτά, δηλαδή οδηγοί στον πλου των σαρκωμένων ψυχών μας.
Παραδίνουμε την «αξεστοποιημένη» χονδροειδή θέλησή μας στον Δημιουργό και παντεχνίτη, όπως παραδίδεται ο ογκόλιθος στη σμίλη του γλύπτη και βγαίνει άγαλμα, που αγάλλεται το πνεύμα σου όταν στέκεσαι και το θαυμάζεις.
Γνήσια και ατόφια ελευθερία είναι να γνωρίζεις και να ενστερνίζεσαι την αλήθεια. Λέγοντας δε αλήθεια η Γραφή εννοεί δυο πράγματα. Πέρα δηλαδή από το να μην έχεις λανθασμένη και ψευδή αντίληψη για κάτι, σημαίνει και το να ζεις την αλήθεια και μέσα στην αλήθεια. Η αλήθεια είναι και γνώση και πράξη, η αρετή, ενώ η κακία είναι η άρνησή της, το ανύπαρκτο, η απάτη και το ψεύδος.
«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», μας παράγγειλε ο Σωτήρας (Ιω. 8.32). Γνωρίζοντας την αλήθεια οντολογικά και όχι μόνο νοητικά, δηλαδή μεταστοιχειώνοντάς τη σε ποιόν μας, κράμα με το μέταλλο της ψυχής μας, χαλυβδώνουμε τον εαυτό μας και τον απελευθερώνουμε από την άγνοια και την εμπάθεια. Πλην ποιος έχει την αλήθεια; ή μάλλον ποιος είναι η Αλήθεια; Το φανέρωσε και το διακήρυξε η ίδια η Αυτοαλήθεια: «Εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14.6).
Τότε γιατί δεν παίρνουν την οδό αυτή να έρθουν στην Αλήθεια και στον ελευθερωτή οι άνθρωποι; Γιατί προτιμάται συνήθως ο πατέρας του ψεύδους σατανάς; (Ιω. 8.44). Επειδή τούτο συνεπάγεται να βάλουν το δάχτυλο στις πληγές, να ψηλαφήσουν την τρομακτική εσωτερική τους κατάσταση και να ξεκινήσουν αιματηρό αγώνα για κάθαρση από το πύο και καυτηριασμό και αποκατάσταση της υγείας και διόρθωση.
«Πας ο φαύλα πράσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως ίνα μη ελεγχθή αυτού τα έργα» (Ιω. 3.20). Επομένως μένει στο σκοτάδι και στη δουλεία του. Η ραθυμία του κόβει τα φτερά και του εκμηδενίζει κάθε προοπτική επαναστάσεως κατά της υποτέλειας στην κακότητα. Ο φυγόπονος είναι και φυγόδικος· δεν εναντιώνεται και δεν κρίνεται με τον αρνητικό εαυτό του. Προσπαθεί τουναντίον να τον αποκοιμίσει πείθοντάς τον πως «Όλα καλά», αφού είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, αφού δεν υπόκειται σε κάτι ανώτερό του, αφού δεν υπάρχει τάχα θεότητα· οπότε «Ζήσανε αυτοί καλά, και μεις καλύτερα». Και συνεχίζει την κάθειρξή του στο ψέμα.
Το ποιοι είναι πραγματικά ελεύθεροι, οι πιστοί ή οι άπιστοι, το δείχνει πασίδηλα η περίπτωση των μαρτύρων. Η δουλεία του σώματος είναι μικρή συμφορά σε σχέση με τη δουλεία του πνεύματος. Είναι κάτι παράλληλο με τη θανάτωση του σώματος, που μικρή σημασία έχει μπροστά στη θανάτωση της ψυχής, κατά την αξιολόγηση του Κυρίου: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. 10.28). Οι μάρτυρες στο φαινόμενο ήσαν δέσμιοι στη φυλακή και ακόμη χειρότερα ήσαν μέσα στους βασανισμούς, ενώ ελεύθεροι και μάλιστα εξουσιαστές ήσαν οι δικαστές τους και οι δήμιοί τους. Παράδοξα όμως η κατάσταση ήταν αντίστροφη. Οι αθλητές της ευλαβείας ήσαν ελεύθεροι εσωτερικά, και περιγελούσαν την ώρα των παιδεμών τους διώκτες τους ως δούλους των νεκρών ειδώλων και των παθών τους.
Τους έκαναν έτσι να λυσσούν, ώσπου απαυδισμένοι διέταζαν ωρυόμενοι να τους αποκεφαλίσουν για να γλυτώσουν από τις λοιδορίες και τους ελέγχους των. Ας μας προβληματίζουν πάντοτε οι μάρτυρες και ας αποτελούν μια κατά Θεόν πρόκληση.
Διατράνωνε ο μοναδικός Διδάσκαλος: «Εάν τις θέλη το θέλημα [του Πατρός ο Οποίος Τον έστειλε]… ποιείν, γνώσεται περί της διδαχής» Του (Ιω. 7.17). Ο ασεβής δεν θέλει το θέλημα και τον νόμο του Κυρίου, μήπως και ταραχθούν τα λιμνάζοντα ύδατα και αναμοχλευθεί ο βόρβορος και αναδώσει δυσοσμία και του ενοχλήσει τη νωχέλεια. Παραμερίζει «νόμον τέλειον τον της ελευθερίας» (Ιακ. 1.25) μια που δεν ξεχωρίζει ότι αντίθετα από τους ανθρώπινους νόμους που βάζουν εξωτερικούς περιορισμούς, ο θείος νόμος αίρει περιορισμούς και δουλείες σε ελαττώματα και ιδιοτροπίες.
«Εάν ουν ο υιός υμάς ελευθερώση, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιω. 8.36), δογμάτισε ο Θεάνθρωπος αυτοχαρακτηριζόμενος ως ο Λυτρωτής του κόσμου. «Ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β’ Κορ. 3.17), σε ψυχές μα και παντού, εφόσον η ελευθερία του ανθρώπου έχει προεκτάσεις και αντίκτυπο και σε αυτή τη Φύση. Ο άνθρωπος είναι το «τέλος» και ο σκοπός της και ο ηγεμόνας της. Όταν ένας ηγεμόνας δεν έχει νικηθεί και αιχμαλωτισθεί, τότε χαίρει ελευθερίας και η επικράτειά του. Στην αντίθετη περίπτωση συμβαίνει το αντίθετο.
Παρόμοια έγινε με τον άνθρωπο. Η ήττα του από τον φθονερό όφι στην αρχή (Γεν. κεφ. 3) συνεπέφερε και την ταυτόχρονη ομηρεία της Δημιουργίας· «τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα» (Ρωμ. 8.20). Αναμένει δε και ελπίζει ότι «ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8.21).
Τούτο το ποθούμενο δεν έχει κατορθωθεί προς το παρόν «ενεργεία», αλλά «δυνάμει». Έστω και έτσι δίνεται το ελεύθερο στον άγιο μελωδό Δαμασκηνό Ιωάννη να ψάλει στα Θεοφάνεια «Ελεύθερη μεν η Κτίση γνωρίζεται, γιοι δε φωτός οι πριν σκοτισμένοι» (Ιαμβικός ειρμός Η’ ωδής).

Ιερομόναχος Ιουστίνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου