Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η διαφορά τού κατ' εικόνα από το καθ' ομοίωσιν κατά τον Ν. Ματσούκα Η διαχρονική Ορθόδοξη άποψη κατά τής Παπικής Ν. Ματσούκας





Πηγή: Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Γ’ τόμος.

H ταύτιση τού κατ' εικόνα με το καθ' ομοίωσιν που γίνεται από ορισμένους "ορθοδόξους", που αντιτίθενται με την πατερική διδασκαλία την οποία έχουμε προβάλλει σε προηγούμενο άρθρο, εκτίθεται από τον καθηγητή Ν. Ματσούκα όχι μόνο ως αντιπατερική, αλλά και ως Παπικής και Προτεσταντικής προέλευσης, εφόσον οι Δυτικοί δεν δέχονται την ενεργειακή σχέση Θεού και κτίσης μέσω των θείων ακτίστων ενεργειών, συνεπώς (για αυτούς) η σχέση του «κατ’ εικόνα» προς το «καθ’ ομοίωση» είναι στατική, και η ανάπτυξη του «κατ’ εικόνα» έχει ηθικό χαρακτήρα μόνο. Θα πρέπει λοιπόν οι αδελφοί μας αυτοί να διορθώσουν τη Νεοβαρλααμική αυτή διδασκαλία και να αποδεχθούν την πατερική διαφορά τών δύο αυτών εννοιών ώστε να ορθοδοξούν.

«Ο τονισμός του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν, όπως αναπτύσσονται στα βιβλικά και τα πατερικά κείμενα, αποκλείει αφενός την αφηρημένη σύλληψη του ανθρωπίνου όντος, και αφετέρου ρίχνει τον άνθρωπο σε μια δυναμική πορεία, που ωστόσο εδράζεται  στη διαπροσωπική σχέση Θεού και ανθρώπου. Τούτη τη δυναμική προοπτική, οι πατέρες τη στήριξαν και στη φιλολογική διαφορά και σχέση του κατ’ εικόνα προς το καθ’ ομοίωσιν. Το δεύτερο δηλώνει πορεία ενέργειας και ανάπτυξης. Ωστόσο τούτο έγινε όλως δευτερευόντως, επειδή οι πατέρες στηρίζονταν περισσότερο, ή καλύτερα σχεδόν εξολοκλήρου, στα πράγματα, στα γεγονότα και στις πραγματικές σχέσεις, και όχι σε λεξίδια και φρασίδια. Είναι σαφές, με άλλα λόγια, ότι η ιστορική πορεία του εκλεκτού λαού είχε στη ζωή του τούτη τη δυναμική σχέση. Γι’ αυτό η παρατήρηση σύγχρονων κυρίως βιβλικών ερευνητών ότι στο πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν είναι συνώνυμα, και ότι επομένως, οι πατέρες στηριζόμενοι στους Εβδομήκοντα οικοδομούν μια θεολογία επί  μη αυθεντικού κειμένου, πέρα από ό,τι είναι άκρως σχολαστική και επιστημονικά στο έπακρο εξεζητημένη, διόλου δεν εκτιμά τη βασική προϋπόθεση ότι η πατερική θεολογία στηριζόταν πάντοτε στα πράγματα και τα γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πράγματα αποδεικνύεται ότι μέσω του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν ο άνθρωπος τοποθετείται σε μια σχέση πορείας, κυριαρχίας και συνδημιουργίας». (σελ. 193- 194).


«Η θεολογία, η οποία ανέπτυξε μια πλούσια διδασκαλία για την εικόνα ως ανθρωπολογική έννοια, καθιέρωσε τρεις βασικές θέσεις για το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν: α) η εικόνα φανερώνει μια αμετακίνητη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, β) αποκλείει τη φυσική συγγένεια σε τούτη τη σχέση, και δέχεται την ετερότητα και συνάμα την ετερουσιότητα του δημιουργήματος σε αναφορά προς το δημιουργό. Για αυτό η σωστή φράση είναι: το κατ’ εικόνα του Θεού δημιούργημα, και όχι το δημιούργημα ως εικόνα του Θεού. Η δεύτερη έκφραση, μολονότι είναι εν χρήσει, είναι καταχρηστική. γ) Σε αυτή τη σχέση, όπως ήδη ειπώθηκε, υφίσταται ένας δυναμισμός, για τάση για τελείωση του δημιουργήματος. Η δυναμική αυτή φορά, πάντοτε στη σχέση κτιστού- ακτίστου, είναι ακριβώς τούτο το καθ’ ομοίωσιν. Το δημιούργημα τείνει να γίνει θεός κατά χάρη, να φτάσει στην άκρα τελείωση, να μοιάσει το Θεό» (σελ. 195).

«Η δογματική, λοιπόν, οφείλει να δίνει πρωταρχική  σημασία στο κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν, ως δεκτικότητα και πορεία για τελείωση μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης και ενός ζωτικού χώρου. Ο χώρος αυτός, ενώ εξαρτάται απευθείας από τις άκτιστες θείες ενέργειες, είναι συγκεκριμένος, απτός και κοινωνικός στο έπακρο. Η ανάπτυξή του ανθρώπου, λοιπόν, είναι θέμα δεκτικότητας, προίκας, εξαρτημένης εμφυτότητας και σχέσης προς το περιβάλλον του. Δεν πρόκειται για καμία ηθική, δικαιική και απλώς βουλητική σχέση, αλλά για έναν πράγματι ζωτικό χώρο, όπου γίνεται ή δεν γίνεται η ομοίωση με το Θεό, η ανάπτυξη και η εκλάμπρυνση. Και τούτο συμβαίνει επειδή, κατά τη θεολογία, η σχέση κτίσης και Θεού είναι ενεργειακή, σχέση μετοχής· η κτίση μετέχει στο Θεό για να υπάρχει, να ζει, να στοχάζεται και να θεώνεται, πάντοτε κατά τη δεκτικότητα του κάθε όντος. Η απόκρουση, όμως, της θεοποιού ενεργείας  οδηγεί στη στέρηση της θείας δόξας.

Εδώ να σημειώσω παρενθετικά ότι ο σχολαστικισμός, και όχι βέβαια στο σύνολό της η νεότερη ρωμαιοκαθολική θεολογία, θεωρώντας αδιανόητη μια τέτοια μετοχή, διαμορφώνει μια άποψη του κατ’ εικόνα και του καθομοίωσιν στηριγμένη πάνω σε ηθικές και διαιικές κατηγορίες. Λείπει η δυναμική σχέση του κατ’ εικόνα προς το καθομοίωσιν, εξ ου και η στατική αντίληψη της ανάπτυξης και της δικαίωσης του ανθρώπου. Εξάλλου ο Προτεσταντισμός, μολονότι αντέδρασε θεολογικά προς τις σχολαστικές θέσεις, τελικά δέχτηκε την ίδια στατικότητα και τον ηθικό χαρακτήρα της ανάπτυξης του κατ’ εικόνα. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, δύο επάλληλα στατικά στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης, με αυτονομία στην ανάπτυξή τους, όπως τα αποδέχτηκε σε γενικές γραμμές ο σχολαστικισμός, οδήγησαν την προτεσταντική θεολογία, κυρίως της λεγομένης ορθοδοξίας, στην ταύτιση του κατ’ εικόνα προς το καθ’ ομοίωσιν, έτσι ώστε το προπατορικό αμάρτημα να σημαίνει παντελή εξαχρείωση του ανθρώπου και ανάγκη να στραφεί η θεολογία προς τον απόλυτο προορισμό» (σελ. 198-199).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου