Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Κείμενο "Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας"

Ἀγαπητοί μας,
    Μέσα στήν Ἁγ. Γραφή θά παρατηρήσουμε ὅτι ἀναφέρονται χαρακτηριστικά δύο πολύ βασικά γνωρίσματα τοῦ Θεοῦ, ἡ Δύναμη καί ἡ Εὐσπλαγχνία Του. Καί οἱ δύο αὐτές ἰδιότητες τοῦ Καλοῦ μας Θεοῦ φαίνονται παντοῦ μέσα στή Δημιουργία, ἰδιαιτέρως ὅμως στή μέριμνά του καί στό ἐνδιαφέρον του γιά τόν ἄνθρωπο, τήν κορωνίδα τῆς δημιουργίας, μή τοῦ λείψει τίποτε ἀπό «τά ἐγκόσμια καί ὑπερκόσμια ἀγαθά» τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ μας.
    Ὁ Πανάγαθος Θεός, ἀφοῦ τελείωσε τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ἄφησε γιά τό τέλος τό τελειότερο δημιούργημά Του, τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη Του γι᾿ αὐτόν ἦταν τόσο μεγάλη, πού τόν κατέστησε ἄρχοντα καί κυρίαρχο τῆς δημιουργίας.
    Μέσα, λοιπόν, σέ ὅλη τήν δημιουργία, ὡς κυρίαρχος πλέον, ὁ ἄνθρωπος εἶχε τήν ἀπόλυτη ἐξουσία νά διαχειρίζεται τά πάντα, τόσο τήν ἄψυχη, ὅσο καί τήν ἔμψυχη φύση! Ἕναν μόνο περιορισμό τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός: «ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ μή φᾶτε…»! (Γεν. β´ 17).
    Τί ἦταν αὐτό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ; Ἀπό τί προσπάθησε ὁ καλός Θεός νά ἀποτρέψει τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ τά πάντα ἐποίησε «λίαν καλῶς»;
    Τό δένδρο ἐκεῖνο, τό ὁποῖον εἰς τό μέσον τοῦ παραδείσου ἐφύτευσε ὁ Θεός, καί ἀπό τοῦ ὁποίου τήν ἀπόλαυση ἐμπόδισε τούς πρωτοπλάστους, ἦταν μία θεωρία - ὅραση τῆς Θεότητος, καθώς μᾶς διδάσκει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. «Θεωρία γὰρ ἦν τὸ φυτόν».
    Δέν ἦταν ὅμως μία θεωρία ἁπλῆ, μιά ἐνέργεια δηλαδή τῆς ὅρασης. Γιατί μέ ἁπλῆ θεωρία οἱ δύο προπάτορές μας, ἔβλεπαν καί θεωροῦσαν καθημερινά τόν Θεό.

    Παραθέτουμε ἐδῶ χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία περί πίστεως τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη: «ἦτον μία θεωρία περίεργος, καὶ ἐξεταστική· μία θεωρία, διὰ τῆς ὁποίας ἔπρεπεν ὁ νοῦς τῶν πρωτοπλάστων, ἂν ἤθελε  νὰ θεωρήσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, καὶ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν φύσιν τοῦ Θεοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο ξύλον τῆς γνώσεως, ἐκεῖνο τὸ ξύλον τὸ ὠνόμασεν ἡ ἁγία Γραφή. Καὶ ἡμεῖς βλέπομεν μέσα εἰς τὴν ἁγίαν Γραφήν, πὼς ὁ Θεὸς ἐμπόδισε τοὺς πρωτοπλάστους ἀπὸ μίαν τέτοιαν θεωρίαν, καὶ τοὺς ἐμπόδισε μὲ προσταγὴν μεγάλην, μὲ φοβερισμὸν θανάτου. Διατί; Διατὶ νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ὁ Θεός, καὶ νὰ μὴν τοὺς ἀφήσῃ νὰ ἐρευνήσουν, καὶ νὰ καταλάβουν τὴν φύσιν Του; Ὁ ὄφις εἶπε πὼς τοὺς ἐμπόδισε διὰ νὰ μὴ γένουν Θεοί. Μὰ ψεῦδος εἶναι ἐτοῦτο διαβολικόν. Ἐπειδὴ εἰς τὸν Θεὸν δὲν χωρεῖ πάθος, καὶ δὲν ἔχει τόπον ὁ φθόνος ὁλοτελῶς. Ὁ Θεός, χριστιανοί μου, τοὺς ἐμπόδισε, διατὶ αὐτὸς ὁποὺ τοὺς ἐδημιούργησεν, ἐγνώριζε, πὼς ὁ νοῦς τους δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ τὴν φύσιν τῆς Θεότητός του· καὶ θέλοντας νὰ ἐρευνᾷ, καὶ νὰ ἐξετάζῃ, σκοτίζεται, ἀπιστίζει, καὶ ἀπελπίζεται. Καὶ εἰς τοῦτο μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός.



    Κατεβαίνει μιὰν φορὰν ὁ Θεὸς εἰς τὸ ὄρος τοῦ Σινᾶ, διὰ νὰ δώσῃ τὸν νόμον του εἰς τὸν Μωϋσῆν. Καὶ διὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ Ἰσραηλῖται ὅλοι, πὼς ὁ Θεὸς ἐκατέβη εἰς τὸ Σινᾶ, καὶ ὁμιλεῖ μὲ τὸν Μωϋσῆν, ἀστράπτει, καὶ βροντᾷ ὅλον τὸ ὄρος Σινᾶ· ἐκεῖ νεφέλη σκοτεινὴ ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω τὸ ὄρος καλύπτει·  ἐκεῖ καπνὸς ὁποὺ ἕως οὐρανοῦ ἀναβαίνει. Ἐγνωρίζει ὁ Θεός, πὼς ἀπὸ ὅλα ἐτοῦτα οἱ Ἰσραηλῖται ἤθελαν γένει πολλὰ περίεργοι νὰ μάθουν, καὶ νὰ καταλάβουν, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ Θεός, ὁ τόσον μέγας, καὶ φοβερός. Ὅθεν κράζει εὐθὺς τὸν Μωϋσῆ· τοῦ λέγει· κατέβα ὀγλήγορα ἀπὸ τὸ ὄρος, καὶ εἰπὲ εἰς ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας νὰ μὴν ἀποτολμήσῃ κανένας νὰ ἐξετάσῃ μὲ τὸν νοῦν του, διὰ νὰ καταλάβῃ τίς εἶναι ὁ Θεός. Βεβαίωσέ τους ἀπὸ μέρους μου, πὼς ἂν ἀποτολμήσουν νὰ κάμουν τέτοιον πρᾶγμα, ἐγκρεμνίζονται εὐθύς ἀπὸ τὴν χάριν μου, πίπτουν παρευθὺς ἀπὸ τὴν πίστιν ὁποὺ ἔχουν, εἰς τὸ βάθος τῆς ἀπιστίας. μὴ θελήσουν νὰ ἐρευνήσουν διὰ νὰ καταλάβουν. Καὶ διατί; Διατὶ πίπτουν εἰς τὸ σκότος τῆς ἀκαταληψίας.
    Αὐτὸ παθαίνουν ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις, ὅσοι θέλουν μὲ τὸν νοῦν τους νὰ καταλάβουν τὸν Θεόν. Πίπτουν ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, πίπτουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πίστεως, πίπτουν εἰς τοὺς χάνδακας τῆς ἀπιστίας. «Μή ποτε ἐγγίσωσι κατανοῆσαι, καὶ πέσωσι». Μὰ τί; Δὲν εἶναι ἴσως ἔτσι; Δὲν σκοτίζεται ἴσως ὁ νοῦς μας, ὅταν ἐξετάζωμεν τὰ πράγματα τῆς πίστεως, δὲν βυθίζεται μέσα εἰς ἕνα πέλαγος ἀνεξάντλητον; Δὲν ἐμβαίνει μέσα εἰς ἕνα χάος βαθύτατον; Δὲν γεμίζει ἀπορίες, καὶ ἀμφιβολίες;…»

    Στέρησε, λοιπόν, ὁ καλός Θεός ἀπό τούς πρωτοπλάστους τήν γνώση τῆς Θεότητος, ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο, γιά νά μήν τόν χάσει, μή βυθιστεῖ στό χάος τῆς ἀπελπισίας, τῆς ἄρνησης, τῆς ἀθεΐας!
    Συνεργείᾳ τοῦ διαβόλου ὅμως, ἐπλανήθησαν οἱ πρωτόπλαστοι, μέ ὅπλο τήν καλλιέργεια τοῦ ἐγωισμοῦ καί ἔπεσαν στήν παρακοή.
    Ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς ἦταν ἡ ἔξωση ἀπό τόν παράδεισο, ἡ ἔξωση ὅμως ὄχι πρός θάνατο καί καταδίκη, ἀλλά πρός ἀγώνα γιά τήν ἐπιστροφή. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἦταν τέτοια, πού δέν μποροῦσε νά ἐγκαταλείψει τούς ἀνθρώπους. Τήν ἴδια στιγμή τῆς ἐξώσεως τούς παρηγοροῦσε, λέγοντάς τους: «Θά σᾶς σώσω, γιατί ἡ θέση σας εἶναι ἐδῶ κοντά μου· σᾶς ἔπλασα ἀπό ἀγάπη καί ἀπό ἀγάπη δέν μπορῶ νά σᾶς ἐγκαταλείψω…».
    Γιά νά ἐπιστρέψουμε ὅμως πίσω στόν παράδεισο, στόν δικό μας τόπο γιά τόν ὁποῖο πλαστήκαμε, χρειάζεται ἀγώνας καί προσπάθεια ἀποβολῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου χάσαμε τά πάντα.
«Ἐκάθησεν Ἀδὰμ ἀπέναντι τοῦ παραδείσου καὶ ἔκλαυσε πικρῶς…» ἀναφέρει ἕνα τροπάριο τοῦ Τριωδίου. Ἔκλαυσε γιατί στερήθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Πατέρα καί τήν καθημερινή ἐπαφή μαζί Του, τήν θέα τοῦ προσώπου Του. Αὐτή ἡ στέρηση κάνει πιό δύσκολο τόν ἀγώνα, ἀλλά δημιουργεῖ ἕνα ἰσχυρό κίνητρο, γιά νά ξεκινήσει ἡ προσπάθεια μέ ἀμείωτη ἔνταση καί ἐνθουσιασμό.
    Στό ξεκίνημα αὐτῆς τῆς προσπάθειας, πάλι ὁ καλός Θεός δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο μόνο του. Γνωρίζει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, καθώς καί τίς ἐνέργειες τοῦ πειρασμοῦ πού ἀγωνίζεται νά μᾶς ἀποτρέψει ἀπό τήν προσπάθεια.
Αὐτήν τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, πού ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τό εὔκολο παραστράτημά του, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, σέ ὅλη τήν πορεία τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, νά ἐνισχύσει, στέλνοντας κατά καιρούς τούς Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καθοδηγοῦσαν, στηλίτευαν τά κακῶς κείμενα τῆς ἐποχῆς, ἀλλά ταυτόχρονα τόνιζαν μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς τους ὅτι ὁ Θεός ἐξακολουθεῖ, παρά τό παραστράτημα ἀπό τόν νόμο Του, νά ἀγαπᾶ τόν λαό Του καί ὅτι μετά τήν καταστροφή θά ἔρθει ἡ ἀποκατάσταση· μετά τήν τρικυμία θά ἔρθει ἡ γαλήνη· μετά τό σκοτάδι θά ἔρθει τό φῶς. Ἡ παρακοή ἀπομάκρυνε τούς ἀνθρώπους ἀπό τό Φῶς, ἀπό τόν Θεό, καί προσπαθοῦσαν μέσα στό σκοτάδι νά πάρουν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, νά συναντήσουν πάλι τό Φῶς. Ἡ πορεία δύσκολη, ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σκέπει, προστατεύει καί φωτίζει! Οἱ Προφῆτες ἐνεργοῦσαν ὡς ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ, ἀπό τούς μεγάλους μέχρι καί τούς μικρότερους, μέ ἀποκορύφωμα τόν μέγιστο ἐν Προφήταις, τόν Πρόδρομο καί Βαπτιστή Ἰωάννη· ἡ φωνή τους ἦταν φωνή Θεοῦ· ἡ παρουσία τους ἦταν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ· ἦταν φάροι φωτεινοί γιά νά φωτίζουν τό σκότος τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μήν νοιώθουν μόνοι, ἀλλά παρηγορούμενοι νά ὁδηγηθοῦν στό Φῶς.
    Προετοίμαζαν τήν ἔλευση τοῦ φωτός στήν γῆ, τήν ἔλευση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος θά διαλύσει τό σκότος καί θά ἐκπληρώσει τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ στούς πρωτοπλάστους γιά τήν σωτηρία τους.
    Ὅπως ἀναφέρει ὁ Προφ. Ἰεζεκιήλ, «δέν θέλει ὁ Θεός νά πεθάνει ὁ ἁμαρτωλός, ἀλλά νά ἐπιστρέψει σέ μετάνοια καί νά ζήσει αἰώνια» (κεφ. ΛΓ´ 11)· καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει ὅτι: «ὁ  Θεός θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν καί νά ἔρθουν σέ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας» (Α´ Τιμ. β´ 4). Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός μας, ὁ Νομοθέτης, ὁ Σωτήρας καί ὁ Κριτής μας, φέρεται ὡς Πατέρας καί μᾶς παίρνει ἀπό τό χέρι, ἐνίοτε καί ἀπό τό αὐτί, παιδαγωγικά, καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν πίστη, στή μετάνοια, μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
    Λέγει ὁ ἑβδομηκοστός δεύτερος ψαλμός: «Ἐκράτησας τῆς χειρός τῆς δεξιᾶς μου», δηλαδή μέ στήριξες, μέ βοήθησες, μέ ὁδήγησες. «Καί ἐν τῇ βουλῇ Σου ὡδήγησάς με»: Ὅ,τι ἔκανες, τό ᾿κανες μέ τή θέλησή Σου, βάσει δικοῦ Σου σχεδίου. Δέν μέ κράτησες προσωρινά, ἀλλά μέχρι τέλους μέ ὁδήγησες στόν προορισμό μου. «Μετά δόξης προσελάβου με»: Ὄχι σάν σκουπίδι, ὄχι σάν ἀπόπαιδο, ὄχι σάν κάποιον ἀνεπιθύμητο, ἀλλά θαυμαστά καί ἔνδοξα, μέ πῆρες κοντά Σου, (Ψαλμ. οβ´ 23-24).
    Ἀλήθεια, τί σημαίνει ὅτι κρατᾶμε κάποιον ἀπό τό δεξί χέρι; Σημαίνει ὅτι εἴμαστε δίπλα του, κοντά του, οἰκεῖοι, καί τόν βοηθᾶμε ἀποτελεσματικά, μέ πατρική φροντίδα καί ἀγάπη. Αὐτό ἀκριβῶς κάνει καί ὁ Θεός μας. Τό λέμε κάθε φορά στήν θεία Λατρεία μας: «Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καί διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι».
    Ὁ Θεός ἐπίσης δέν ὁδηγεῖ ἁπλῶς κρατώντας μας ἀπό τό χέρι, ἀλλά πολύ συχνά σηκώνει στά χέρια Του τόν ἀγωνιζόμενο, πάσχοντα, πεσμένο καί πληγωμένο ἄνθρωπο, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Καλός Σαμαρείτης.
    Στήν Παραβολή τοῦ ἀσώτου, ὁ Πατέρας δέχθηκε καί τίμησε τόν ἀποστάτη υἱό του, φανερώνοντας τήν ἀγάπη καί τήν ἔγνοια τοῦ Θεοῦ Πατέρα πρός τά παιδιά Του. Περίμενε μέ ἀγωνία ὁ Πατέρας τήν ἐπιστροφή τοῦ υἱοῦ του, καί μόλις τόν εἶδε ἀπό μακρυά, δέν περίμενε νά φθάσει κοντά του, ἀλλά ἔτρεξε ὁ ἴδιος καί τόν ἀγκάλιασε πατρικά, σβήνοντας ὅ,τι εἶχε συμβεῖ πιό πρίν.
    Ἡ ἀγκαλιά εἶναι προνόμιο καί δικαίωμα τοῦ Πατέρα καί τῆς Μητέρας, ὡς ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης, τῆς ἔγνοιας, τῆς στοργῆς πρός τά παιδιά τους. Μέσα σ᾿ αὐτήν τήν ἀγκαλιά σβήνουν τά πάντα.
    Ἔτσι καί ὁ Θεός Πατέρας, ὄντας παρών στήν ζωή μας, μᾶς κλείνει μέσα σ᾿ αὐτήν τήν Οὐράνια Πατρική Του ἀγκαλιά, ὁδηγώντας ὅλους στήν σωτηρία.
    Πρέπει λοιπόν νά ξέρουμε ὅτι ὁ Καλός Θεός οὔτε τώρα μᾶς ἀφήνει, οὔτε μετά θάνατον, ἄν θέλουμε βέβαια καί μεῖς νά σωθοῦμε. Μᾶς κρατάει ἀπό τό χέρι.
    Τώρα μέν μέ τή βοήθεια τῆς θείας χάριτος περπατᾶμε στούς δρόμους τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἀλήθειας. Στήν ὁδό, τήν ἀλήθεια καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τό λόγο Του, μέ τόν πνευματικό μας καί τά παραδείγματα τῶν ἁγίων. Δέν εἶναι τό ἴδιο ἡ πορεία στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καί Ὀρθοπραξίας μέ τήν πορεία στήν σκοτεινή ἁμαρτωλή ζωή. Δέν μᾶς στερεί κανείς τό δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς, ὑπάρχει ἐλευθερία, δέν έχουμε όμως τό δικαίωμα νά διαμαρτυρόμαστε γιά τά ἀποτελέσματα τῶν ἐπιλογῶν μας! Ἄν ὅμως ἐμεῖς θέλουμε νά περπατᾶμε στά σκοτάδια τῆς παρανομίας καί ὄχι στά λευκά, ἁγνά καί καθαρά μονοπάτια τοῦ Θεοῦ, τότε εἴμαστε ἄξιοι τῶν πράξεών μας. Ὅλα θά εἶναι σκοτεινά, στραβά, γεμάτα θλίψη καί στενοχώρια...
    Γι᾿ αὐτό λέγει ὁ πρῶτος ψαλμός: «μακάριος ἀνὴρ ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη...». Ἄς προσέξουμε πάρα πολύ τό ρεῦμα τοῦ κακοῦ, τή νοοτροπία τοῦ κόσμου, τίς κακές παρέες.
    Ἡ Ἐλευθερία εἶναι γνώρισμα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς τήν χάρισε γιά νά κινούμαστε ἐλεύθεροι καί ἐλεύθερα. Δέν θέλει νά μᾶς κάνει δούλους Του, ἀλλά νά γίνουμε δοῦλοι Του, γιατί τό θέλουμε. Οἱ ἐπιλογές στήν ζωή μας θά βαρύνουν ἀποκλειστικά ἐμᾶς, εἴτε ἀκολουθώντας τόν κατά Θεόν δρόμο, εἴτε τόν ἀντίθετο, τόν σκοτεινό, τόν γεμάτο θλίψη καί στενοχώρια.
    Ὅταν ὅλα μᾶς πηγαίνουν ἀνάποδα, θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε τίς εὐθύνες στόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό. Κατά τά ἔργα, λοιπόν, θά εἶναι καί ἡ ζωή μας, κατά τόν τρόπο πού ἐπιλέγουμε νά ζήσουμε, θά ἀπολαμβάνουμε.
    Ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν ἱστορία του μέχρι σήμερα, ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ του, δέν ἀποδέχεται εὐθύνες· πάντα διαμαρτύρεται ὅτι φταίει κάποιος ἄλλος καί ποτέ ὁ ἴδιος. Ἀκοῦμε: «φταίει τό σύστημα…, ἡ κακιά ἡ ὥρα…, οἱ πολιτικοί…, ἡ κοινωνία πού ζοῦμε…», φταίει στό τέλος πάντα ὁ Θεός! Ἀπορίας ἂξιον, πώς καταφέρνουμε μόνο σέ τέτοιες περιπτώσεις, τῆς ἀποδόσεως εὐθυνῶν, νά ἐξαλοίφουμε το «ἐγώ» μας! «Ἐγώ φταίω»!
    Ἐνῶ ὁ Θεός μέ τήν παρουσία Του στήν ζωή μας ἐπιμένει καί προσπαθεῖ γιά μᾶς, ἐμεῖς τόν ἔχουμε βγάλει ἀπό τήν ζωή μας, δέν θέλουμε τήν βοήθειά Του, γιατί νομίζουμε ὅτι θά τά καταφέρουμε μόνοι μας.
    Ὅταν ὅμως ὅλα στραβώσουν στήν πορεία, τότε θυμόμαστε τόν Θεό, ὄχι γιά ἄλλον λόγο, ἀλλά γιά νά τοῦ ἀποδώσουμε τήν εὐθύνη!
    Εἰλικρινά, μποροῦμε νά ἀναλογιστοῦμε τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ σέ σχέση μέ τήν δική μας συμπεριφορά; Θά μπορέσουμε νά Τόν ἀντικρύσουμε κατά πρόσωπο στήν Δευτέρα παρουσία Του χωρίς νά σκεφτοῦμε τί μᾶς ἔχει προσφέρει ἡ ἀγάπη Του καί τί τοῦ ἀνταποδώσαμε;
    Ἄν ρωτούσαμε τόν Χριστό τί νιώθει γιά μᾶς, θά μποροῦσε νά ἐκφράσει ἕνα παράπονο...
Ἐγώ σᾶς μίλησα γιά ἀγάπη καί σεῖς μέ λοιδορούσατε...
Ἐγώ σᾶς ἔδωσα ἀγάπη καί σεῖς μέ συκοφαντούσατε...
Ἐγώ σᾶς ἔδειξα τήν ἀγάπη καί σεῖς μέ σταυρώσατε...
Ἐγώ σταυρώθηκα γιά τήν ἀγάπη καί σεῖς γελούσατε...
Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀγάπη καί δέν μέ καταλάβατε!
    Στά ἀνθρώπινα τά μάτια, βεβαίως, θά φαινόταν αὐτό ὡς παράπονο, γιατί ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό πάλι ἀγάπη ἔδωσε καί συγχώρεσε τούς πάντες γιατί δέν ἤξεραν τί ἔκαναν! Μέ τήν Σταυρική Του θυσία μᾶς ἔδειξε τόν δρόμο τῆς σωτηρίας, πού περνᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον.
    Στήν εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε τήν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀναφέρει τί θά ζητήσει κατά τήν Κρίση στήν Δευτέρα Παρουσία Του.
    Ὁ Κύριος ταυτίζει τόν ἑαυτό Του μέ τούς θεωρούμενους ὡς ἐλαχίστους, ὥστε στό πρόσωπο αὐτῶν νά βλέπουμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό.
    Γιά κάθε ἄνθρωπο ἐνηνθρώπησε, δίδαξε, ἒπαθε,  σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, γιά κάθε ἄνθρωπο ὑπάρχει. Πέραν αὐτοῦ, ὁ Κύριος μᾶς ἐγκαλεῖ γιά τίς παραλείψεις μας πρός τόν πάσχοντα συνάνθρωπο, θέλοντας νά μᾶς δώσει ὁ ἴδιος τό κλειδί πού ἀνοίγει τόν παράδεισο.
    Ποιό εἶναι αὐτό; Μά ποιό ἄλλο ἀπό τήν ΑΓΑΠΗ! Δέν χρειάζονται πτυχία, χρήματα, ἐκπαίδευση, ἀξιώματα κ.λπ. γιά νά ἐκπληρώσει κανείς ἐκεῖνο τό ἐλάχιστο ἀνθρώπινο χρέος, χρειάζεται μόνο ΑΓΑΠΗ, ἡ ὁποία γίνεται φανερή ἰδίως ὡς ἀγάπη πρός τόν πλησίον! Ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπό τούς ἀνθρώπους τό ἁπλούστερο δυνατό, τό ἐφικτό σέ ὅλους, τό ἀνθρωπινότερο ὅλων: τήν ἀγάπη!

    Γι᾿ αὐτόν πού ἀγαπᾶ πραγματικά, ἀνθρωπίνως θά βγεῖ τό παράπονο ὅτι δέν τόν κατάλαβε κανείς, ὅταν βλέπει νά μήν δέχονται τήν ἀγάπη του. Τό παράπονο ὅμως θά εἶναι ὄχι γιά τόν ἴδιο, ἀλλά γι᾿ αὐτόν πού ἀγαπᾶ, ἐπειδή ὑποφέρει καί  ταλαιπωρεῖται.
    Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό του εἶναι ἡ αἰτία πού δέν βλέπει τήν ἀγάπη τοῦ ἄλλου.
    Χτίζουμε τόν κόσμο μας γύρω ἀπό τόν λογισμό μας... νομίζω ὅτι, ...ἔχω τόν λογισμό ὅτι, ...ἐγώ ξέρω..., εἶναι ἐκφράσεις πού κυριαρχοῦν στήν ζωή μας οἱ ὁποῖες δέν μᾶς ἀφήνουν νά καταλάβουμε τήν διάθεση τοῦ ἄλλου, φθάνοντας πολλές φορές νά τόν σταυρώνουμε ἄδικα! Καί ἡ ἀπόφαση τῆς σταυρώσεως τελικά στηρίζεται σέ ἕνα «νομίζω» καί  σέ ἕνα «ἔχω τόν λογισμό», λέγοντας πολλές φορές: «καταλαβαίνω ὅτι μπορεῖ νά σέ ἀδικῶ, ἀλλά ἐγώ σέ σταυρώνω!».
    Μέσα ἀπό ὅλη αὐτήν τήν δοκιμασία ἡ  ἀγάπη, ὅταν εἶναι πραγματική, συνεχίζει· δέν σβήνει, ὅπως ὁ ἥλιος δέν ἐξαφανίζεται ὅταν συννεφιάζει!
    Θά ρωτήσει κάποιος: Γιατί ἄραγε ὁ Θεός ἐπιτρέπει τούς πόνους στήν ζωή μας, ἀφοῦ εἶναι Θεός ἀγάπης καί  ἡ παρουσία Του εἶναι συνεχής στήν ζωή μας; Πῶς εἶναι δυνατόν στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ νά ὑπάρχει πόνος, πειρασμός καί  δοκιμασίες, θάνατος;
    Οἱ πολέμιοι τοῦ Χριστιανισμοῦ λένε: Ἀφοῦ ὁ Θεός παιδεύει αὐτούς πού ἀγαπάει, καλύτερα νά μήν πιστεύουμε. Δέν εἶναι παθητική καί μοιρολατρική μιά τέτοια ἀντιμετώπιση ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν; Τί διαφορά ἔχει ὁ Χριστιανισμός ἀπό τίς ἄλλες θρησκεῖες καί μάλιστα ἀπό τόν Βουδισμό καί τόν Μωαμεθανισμό πού διδάσκουν τήν ἀπάθεια;...»

    «Ὃν ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει». Ποιά ἡ ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς φράσης;  Ὁ στίχος αὐτός ἀποτελεῖ μέρος περικοπῆς ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (κεφ. ιβ´ στ. 1-13). Ὡς μεμονωμένος στίχος, ἀπό ὅπου καί ἔχει μεταφερθεῖ ἐδῶ, βρίσκεται στίς Παροιμίες Σολομῶντος (γ´ 12). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόν ἐπαναλαμβάνει, τόν ἑρμηνεύει καί τόν ἀναπτύσσει μέ τρόπο πειστικό. Ξεκινάει ἀπό τίς δοκιμασίες καί τίς θλίψεις τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως. Τί τράβηξαν καί τί ἀπερίγραπτα μαρτύρια ὑπέμειναν, γιά νά μή προδώσουν τήν πίστη τους, ἀλλά νά μείνουν πιστοί στόν Θεό! Ὅλα αὐτά τά γνώριζε ὁ    Θεός καί τά ἐπέτρεψε, ὄχι γιά νά τούς τιμωρήσει, ὄχι νά τούς συντρίψει, ἀλλά νά τούς ἀναδείξει. Μικροῦ χρόνου ἡ δοκιμασία καί  ὁ πόνος, μακρά ὅμως ἡ τιμή καί ἡ δόξα καί στή γῆ αὐτή καί στόν οὐρανό. Αὐτούς τούς μάρτυρες τούς προβάλλει ὁ θεῖος Παῦλος ὡς ὑποδείγματα θάρρους καί ὑπομονῆς καί ὡς πηγή ἐμπνεύσεως καί παραδειγματισμοῦ.
    Ἡ ἄσκηση τῆς ὑπομονῆς δέν εἶναι καθόλου εὔκολο κατόρθωμα. Θέλει βέβαια ἐπιστράτευση ψυχικῶν δυνάμεων. Θέλει ὁπωσδήποτε θερμή καί πολλή προσευχή γιά νά ἔλθει ἡ   χάρις τοῦ Θεοῦ καί νά δυναμώσει τήν ψυχή. Ἀλλά θέλει καί  σκέψεις πνευματικές, γιά νά παρηγορεῖται καί νά ἐνισχύεται ἡ   ψυχή.

     Ἐπιτρέψτε μου νά σᾶς διηγηθῶ ἐδῶ ἕνα γεγονός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγνωση στό παρελθόν μοῦ προξένησε ἐντύπωση  καί  δίδει τήν εὐκαιρία γιά πολλές σκέψεις, πρός τήν κατεύθυνση νά ἀπαντηθεῖ τό ἐρώτημα: «Γιατί ὁ Θεός ἐπιτρέπει τούς πόνους στή ζωή μας;»:

    «Κάποτε, ἐνῶ ἦταν χειμώνας καί νύχτα, ναυάγησε ἕνα μικρό ἁλιευτικό πλοιάριο στίς ἀκτές τοῦ Καναδᾶ. Ὁ πλοίαρχος καί ὁ γιός του, μοναδικοί ἐπιβάτες τοῦ μικροῦ ἁλιευτικοῦ, βγῆκαν στήν ἀκτή κολυμπώντας, μέ βρεγμένα ροῦχα καί σέ ἄσχημη κατάσταση. Γλύτωσαν ἀπό τόν κίνδυνο τοῦ πνιγμοῦ. Τώρα ὅμως θά πέθαιναν ἀπό τό κρύο καί τήν ὑγρασία τῶν ρούχων τους. Ἐνῶ ὁ πατέρας βρισκόταν σέ ἀπόγνωση, εἶδε στό βάθος τοῦ δάσους πού ἐκτεινόταν μπροστά τους, ἕνα ἀμυδρό φως.Ἦταν ἡ μοναδική ἐλπίδα.

    Τό μέρος ἦταν ἔρημο καί ἄγνωστο. Πουθενά δέν φαινόταν κάποια κατοικία. Πατέρας καί γιός ἄρχισαν λοιπόν νά βαδίζουν πρός τό ἀμυδρό φῶς πού ἔβλεπαν στό δάσος, τρέμοντας, βέβαια, ἀπό τό κρύο, καθώς ἦταν μούσκεμα. Ἐάν ἔφθαναν ἐγκαίρως στό φῶς καί ἔβρισκαν κάποια περιποίηση, θά γλύτωναν τό βέβαιο θάνατο.

    Ἐκεῖ ὅμως πού βάδιζαν, ὁ γιός ἄρχισε νά μουδιάζει, γιατί τά βρεγμένα ροῦχα καί τό πολύ κρύο τόν πάγωναν. Τό βάδισμά του ἔγινε πολύ δύσκολο καί διέτρεχε τόν κίνδυνο νά    μουδιάσουν τά πόδια του περισσότερο καί νά μήν μποροῦν νά    βαδίσουν καθόλου. Ὁ πατέρας προσπαθοῦσε νά ἐνισχύσει τό παιδί του καί νά τό ἐνθαρρύνει, ὥστε νά συνεχίσει νά περπατᾶ. Μά δυστυχῶς τό μούδιασμα τῶν ποδιῶν αὐξανόταν καί  ἡ   δυσκολία τοῦ βαδίσματος γινόταν μεγαλύτερη.

    Τότε ὁ πατέρας σοφίστηκε τό ἑξῆς τέχνασμα: ἀπέσπασε ἕνα κλαδί ἀπό ἕνα δένδρο πού βρέθηκε δίπλα του καί μέ τό κλαδί αὐτό ἄρχισε νά χτυπᾶ τά πόδια τοῦ παιδιοῦ, τό ὁποῖο δέν μποροῦσε πιά σχεδόν καθόλου νά βαδίσει.
    Ὁ γιός διαμαρτυρήθηκε στήν ἀρχή γιατί τόν χτυποῦσε ὁ    πατέρας καί ὁ πατέρας, μέ πονεμένη ἀλλά στοργική φωνή, τοῦ ἀπάντησε:
- Παιδί μου, πρέπει νά βαδίσεις! Νίκησε τό μούδιασμα τῶν ποδιῶν σου καί προχώρα!
- Πατέρα, δέν μπορῶ! Φώναξε τό παιδί. Τά πόδια μου μουδιάζουν ὅλο καί περισσότερο!
    Τότε ὁ πατέρας ἔσφιξε τήν καρδιά του καί ἄρχισε νά    χτυπᾶ στά πόδια τό παιδί του πολύ δυνατότερα. Τά πόδια τοῦ παιδιοῦ μάτωσαν, ἀλλά ἐξαναγκάστηκε νά βάλει τά δυνατά του καί νά συνεχίσει τό περπάτημα. Τελικά, κουτσαίνοντας καί  μέ μόχθο, ἔφθασε μαζί μέ τόν πατέρα του στό σπιτάκι στό ὁποῖο ἔβλεπαν τό φῶς.
    Ἦταν ματωμένα τά πόδια του καί πληγιασμένα ἀπό τό ράβδισμα μέ τήν κλάρα, πού εἶχε ἀποσπάσει ὁ πατέρας ἀπό τό δέντρο.
    Τό παιδί βρισκόταν σέ ἄθλια κατάσταση, ἀλλά ἤδη εἶχαν φθάσει στό σπίτι. Ἐκεῖ ἀπόλαυσαν ἀμέσως τή στοργή καί τήν   περιποίηση καί ἔτσι σώθηκαν, πατέρας καί γιός, ἀπό τό βέβαιο θάνατο.
    Τί ἔκανε ὁ πατέρας; Θλιβερό καθῆκον! Ἐξαναγκάστηκε νά χτυπᾶ τό παιδί του στά πόδια δυνατά γιά νά τό ἀναγκάσει νά φτάσουν στό σπίτι τῆς σωτηρίας. Πικρό τό μέσο, ἀλλά σωτήριο γιά τή ζωή του.

    Αὐτό γίνεται πολλές φορές στή ζωή. Ὁ Θεός Πατέρας πού μᾶς ἀγαπᾶ, θέλει ὁπωσδήποτε τή σωτηρία μας. Κάποτε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀμελοῦμε καί κωφεύουμε στή φωνή Του. Καί  τότε ὁ Θεός Πατέρας ἀπό στοργή ἐπιτρέπει κάποιο μαστίγωμά μας, γιά νά ξυπνήσουμε ἀπό τό λήθαργο τῆς ψυχικῆς ἀμέλειας καί  νά ἀφυπνιστοῦμε πνευματικά. Ἐπιτρέπει ὁ Θεός θλίψεις καί δοκιμασίες γιά πνευματική μας ὠφέλεια. Πικρό τό ποτήριο τοῦ πόνου, ἀλλά σωτήριο.

    Ἀδελφοί μου, τίποτε δέν γίνεται τυχαῖα.
    Τό ὅτι ὁ Θεός ἐπέτρεψε στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς αὐτή τή δοκιμασία τήν ὁποία περνοῦμε, σημαίνει ὅτι ἔχει τό σοφό σχέδιό Του. Εἶναι γιά τό καλό μας.
    Ἄς δεχθεῖ ὁ καθένας προσωπικά τή θλίψη σάν ἐπίσκεψη Θεοῦ. Ἄς σκεφθεῖ ὅτι ὁ πειρασμός δέν ἔχει δικαίωμα νά μέ πειράξει· μόνο παραχώρηση παίρνει ἀπό τόν Θεό. Μπορῶ ἐκείνη τήν στιγμή τῆς δυσκολίας νά σκεφθῶ ὅτι γιά νά    ἐπιτρέπει ὁ Θεός τόν πειρασμό, μέ ἔχει στό μυαλό Του;
Εἶμαι, ἄραγε, ἐγώ ἄξιος νά βρίσκομαι στό μυαλό καί τήν   σκέψη τοῦ Θεοῦ;
Τά πάντα γύρω μου τότε θά εἰρηνεύσουν!
Θά πάρω τίς ἀπαντήσεις πού ἤθελα!
Τά πάντα κινοῦνται γύρω ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ!
Ἄς πεῖ ὁ καθένας στόν ἑαυτό του:
    «Ὑποτάξου στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Παρακάλεσε μέν τόν Θεό νά σέ βγάλει ἀπό τή δοκιμασία καί νά σοῦ πάρει τόν πόνο· καί παρακάλεσε καί πάλιν καί πολλάκις, μέ ἐπιμονή καί πίστη, νά σοῦ ἀφαιρέσει ὁ Θεός τήν δοκιμασία. Ἀλλά, ἄν ἡ ἀγαθότης Του δέν σοῦ ἀφαιρεῖ τή θλίψη, δεῖξε ὑπομονή καί ὑποταγή παρακαλώντας πάλι τον Θεό νά σέ ἐνδυναμώσει κατά τήν διάρκεια τῆς δοκιμασίας.
Λέγε μές στήν καρδιά σου: «Κύριε, γενηθήτω τό θέλημά Σου. Ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅπως θέλεις Ἐσύ». Το θέλημα τοῦ Θεοῦ μπορεί νά ἐπιτρέπει τήν δοκιμασία γιά τήν δική μου ὠφέλεια, ἐγώ ὂμως ἀδυνατώ να τό καταλάβω λόγω τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας μου. Ἐδώ ἒρχεται ἡ πίστη καί ἡ ἐμπιστοσύνη στον Θεό, ἡ ὀποία καλύπτει ὂλα τά κενά πού δημιουργεῖ αὐτή ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία.
    Ἡ ὑπομονή καί ἡ ὑποταγή μας στόν Θεό ἀνεβαίνουν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς Δόξης καί Μεγαλοσύνης Του.

Ἐπειδή οἱ  περισσότεροι τοῦ ἀκροατηρίου εἲστε γονείς, θά ἢθελα νά τονίσω σ’ αὐτό  τό σημείο τήν σημασία τῆς ὑπομονῆς μέσα στήν οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς εἶναι τά πρότυπα τῶν παιδιῶν. Ὂ,τι ἐκείνοι τούς προσφέρουν, αὐτά τό ἀποδέχονται καί τό εἰσπράττουν σάν σφουγγάρι ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως στήν κοιλιά τῆς μητέρας τους· τά ἐξωτερικά αὐτά μηνύματα περνούν στό ὑποσυνείδητο καί διαμορφώνουν τόν χαρακτήρα τους.
    Ἡ εὐθύνη γιά τήν διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα τοῦ παιδιοῦ βαραίνει στό ἀκέραιο τούς γονεῖς. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νά διδάξουν μέ τήν δική τους, διακριτική καί γεμάτη ἀγάπη στάση ζωῆς τά παιδιά τους πώς νά ἀγαποῦν, πώς νά χαμογελοῦν, πώς νά ὑπομένουν στίς δυσκολίες, πώς νά ἀντιμετωπίζουν τίς δυσκολίες καί, πάνω ἀπ᾿ ὂλα, πώς νά πιστεύουν στόν Θεό!
    Νά διδάξουν τήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί τόν σκοπό τῆς ζωής μας, νά φθάσουμε στόν Θεό!
    Ζωή χωρίς ἀγάπη, χωρίς Θεό, εἶναι ἂνθρωπος χωρίς ἀνάσα!
     Δυστυχώς, στό ὂνομα τῆς κακώς νοουμένης ἐλευθερίας, τῆς ἂνεσης καί στήν ἰδέα… «μή περάσουν τά παιδιά μας καί μή στερηθούν αὐτά πού περάσαμε καί στερηθήκαμε ἐμείς…», ὑπογράφουν οἱ ἲδιοι οἱ γονεῖς, δυστυχώς, τήν καταστροφή τῶν παιδιῶν τους.
    Ἡ ζωή χωρίς κόπο χάνει τό νόημά της, τό ἐνδιαφέρον της. Ὁ κόπος καί ἡ στέρηση δίνει νόημα καί μᾶς βοηθᾶ νά ἀναγνωρίζουμε τήν ἀξία τοῦ ἀγαθοῦ πού στερηθήκαμε, ὢστε μέ προθυμία νά ἀγωνιστούμε γιά τήν ἐπανάκτησή του. Ὁ ἀγώνας, ὁ κόπος, τό λάθος, ἡ ἐπιτυχία εἶναι καταστάσεις μέσα στήν ζωή μας οἱ ὁποίες δημιουργούν τήν ἐμπειρία.
    Κανείς ἂνθρωπος δέν γεννήθηκε μέ ἐμπειρία, οὒτε διδάχθηκε τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία ἀποκτιέται μέσα ἀπό τήν καθημερινή προσπάθεια καί μπορείς μόνο νά διδάξεις μέ αὐτήν!
Εἶναι ἄπειρα τά παραδείγματα ἀνθρώπων πού σώθηκαν ἀπό βέβαιη ψυχική καταστροφή μέ τό ξύπνημα τό πνευματικό, πού τούς ἔφερε μιά δοκιμασία στή ζωή.
    Ἔχουμε ἀκούσει πολλές φορές κάποιους νά λέγουν: «Ἔχασα τήν ὑγεία μου, ἀλλά βρῆκα τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μου καί εἶμαι εὐτυχής», ἤ «Γνώρισα τόν Θεό μέσα ἀπό τή θλίψη καί τή δοκιμασία. Ἤμουν βουτηγμένος στήν ἁμαρτία καί ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά χάσω τήν δουλειά μου καί νά βυθιστῶ στήν φτώχεια, μά ἄνοιξαν τά μάτια μου στό φῶς τῆς πίστεως καί ζῶ τώρα πολύ φτωχότερα, ἀλλά πολύ περισσότερο εὐτυχισμένος!».

    Ἐπίσης, εἴδαμε πολλές φορές ἀνθρώπους πονεμένους καί  πενθοῦντας γιά τόν θάνατο προσφιλῶν τους προσώπων, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν ὡς τότε τελείως ξένοι πρός τήν Ἐκκλησία, μετά  ὅμως ἀπό τό φρικτό φαρμάκι τοῦ πόνου, ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς, ἀφυπνίστηκαν πνευματικά,  ἄρχισαν νά ἐνδιαφέρονται γιά τή μετά θάνατον ζωή, πού ὡς τότε δέν τούς εἶχε ἀπασχολήσει, ἄρχισαν νά βρίσκουν τήν παρηγοριά τους στήν Ἐκκλησία καί  νά σώζονται πνευματικά.

    Τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ἀδελφοί μου, εἶναι σοφό καί στοργικό. Ἐμεῖς εἴμαστε πολλές φορές κοντόφθαλμοι. Ὁ Θεός βλέπει πολύ μακρύτερα ἀπό ἐμᾶς.
    Σκοπός, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά διακρίνει, νά    ἀναζητᾶ καί νά ἐμπιστεύεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ!
    Ὁ καλός Θεός περιμένει ἀπό ἐμᾶς νά Τόν βάλουμε ὁδηγό στήν ζωή μας, νά μᾶς κατευθύνει μέ σιγουριά στόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς μας πρός Αὐτόν.
    Ἄς μήν ἀφήσουμε τόν ἐγωισμό μας νά ἀντικαθιστᾶ τόν   Θεό… ἡ πορεία θά εἶναι ἀπρόβλεπτη.
    Στίς μέρες ἰδίως πού ζοῦμε καί βιώνουμε αὐτήν τήν   πνευματική ἐξαθλίωση καί ὅ,τι συνεπάγεται αὐτή, εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη νά ἐμπιστευθοῦμε τόν Θεό!
Ἡ ἐμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού μᾶς βγάζει ἀπό ἀδιέξοδα, δίνοντας ταυτόχρονα ἀπάντηση σέ πολλά ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό σημαίνει πίστη σ’Αυτόν. Αὐτή ἡ πίστη εἶναι πού θά μᾶς τροφοδοτεῖ μέ ὑπομονή καί θά μᾶς ἐνισχύει σέ κάθε δυσκολία μας, ὤστε νά τίς ξεπερνοῦμε.
 Στό ἀρχαῖο θέατρο εἶχαν ἐφεύρει οἱ τραγωδοί καί ποιητές τόν «ἀπό μηχανῆς Θεό», ὁ  ὁποῖος τούς ἔλυνε ὅλα τά ἄλυτα προβλήματα. Ἐμεῖς,  ὅμως, ἔχουμε τόν Ἓνα καί Ἀληθινό Θεό, ὁ Ὁποῖος περιμένει ὑπομονετικά νά Τόν φωνάξουμε, καί τότε μόνο θά νιώσουμε τήν πραγματική ἠρεμία, τήν ἀληθινή χαρά στήν ζωή μας, γιατί Αὐτός εἶναι ἡ Χαρά, ἡ Ζωή καί  ἡ Ὁδός πού ὁδηγεῖ στό Φῶς καί  στήν Ἀνάσταση!
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας την ὀμορφαίνει, τήν χρωματίζει, την γεμίζει χαρά!
Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας, τήν στιγμή τοῦ πειρασμοῦ καί τῆς δυσκολίας εἶναι σκέπη, προστασία, ἀσφάλεια, βεβαιότητα καί φῶς! Φῶς πού διαλύει κάθε σύννεφο καί σκοτάδι πού καλύπτει τήν ζωή μας.
Ἡ παρουσία του Θεοῦ δίνει νόημα ἀληθινό στήν ζωή μας, τήν μετατρέπει σέ ἀληθινή, μακρυά ἀπό τό ψέμα καί την ὑποκρισία, βαδίζοντας τόν ἀληθινό δρόμο πού ὁδηγεί μέ ἀσφάλεια στήν σωτηρία, τόν Θεό!
Σίγουρος καί αὐθεντικός συνοδοιπόρος σ’ αὐτήν τήν πορεῖα μας θά εἶναι ὁ ἲδιος ὁ Χριστός, ὂπως μᾶς το ὑποσχέθηκε λίγο πρίν τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς. «καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. ᾿Αμήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου